Γεια χαρά, Επισκέπτης
Όνομα Χρήστη Κωδικός: Να με θυμάσαι

Προφίλ: mini-market (mini-market)

  • ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΔΕΣΗΣ
  • Αξίωμα: Συντονιστής
  • Ημερομηνία εγγραφής: 30/11/2010
  • Τελευταία επίσκεψη: 01/06/2015
  • Ζώνη Ώρας: GMT +2:00
  • Τοπική Ώρα: 00:48
  • Μηνύματα: 255
  • Προβολή προφίλ: 2510
  • Κarma: 1064
  • Τοποθεσία: Αγνωστη
  • Φύλο: Άρρεν
  • Γενέθλια: Άγνωστη

Υπογραφή

Μηνύματα

Μηνύματα

emo


Τέσσερα άστρα γύρω-γύρω
Κι είναι στη μέση ήλιος λαμπρός
Τέσσερα χρόνια όλο μύρο
Κι ο ήλιος ο Αρχηγός».
«Έχω πίστη στον Χριστούλη
Σεβασμό στον Βασιλιά
Σαν μεγάλο πατερούλη
Αγαπώ τον Μεταξά».
(Ποιήματα του τότε νεολαίου της ΕΟΝ Μίκη Θεοδωράκη -του γνωστού- το πρώτο γραμμένο το 1940 αφιερωμένο στα 4 χρόνια διακυβερνήσεως της χώρας από το Εθνικό Καθεστώς της 4ης Αυγούστου και το δεύτερο αφιερωμένο στον Εθνικό Κυβερνήτη Ι. Μεταξά).
Η κυβερνητική μεταβολή και η εγκαθίδρυση του εθνικού-ολοκληρωτικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, επεβλήθη χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα ελληνικού αίματος! Την 10η βραδινή της 4ης Αυγούστου 1936, ο τότε πρωθυπουργός παραδίδει δύο διατάγματα στον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς τα υπογράφει. Η εθνική μεταβολή έχει ήδη συντελεσθεί! Τόσο απλά!
Ο εθνικός κυβερνήτης Ι. Μεταξάς, εγεννήθη στις 12 Απριλίου του 1871 στην Ιθάκη. Το 1886 εισέρχεται στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Εξέρχεται της Σχολής το 1890, με βαθμό αποφοιτήσεως 19,9 (με άριστα το 20) και ονομάζεται ανθυπολοχαγός του Μηχανικού. Συμμετέχει στον ατυχή πόλεμο του 1897, ενώ τον Απρίλιο του ιδίου έτους συναντά για πρώτη φορά τον Διάδοχο και μετέπειτα Στρατηλάτη Βασιλέα Κωνσταντίνο. Το ίδιο έτος, ο Ι. Μεταξάς μεταβαίνει για μετεκπαίδευση στην Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου. Από την Γερμανία θα φύγει το 1903, τιμηθείς με την εξής επιγραφή στην Πολεμική Ακαδημία: «Ουδέν πρόβλημα άλυτον δια τον Ι. Μεταξά»! Επιστρέφει στην Αθήνα και το 1904 τοποθετείται στο νεοϊδρυθέν Σώμα Γενικών Επιτελών. Το 1906 έχει ήδη προαχθεί σε Λοχαγό. Το 1909, παντρεύεται την Λέλα Χατζηϊωάννου, που παρέμεινε πιστή σύντροφός του μια ολόκληρη ζωή. Απ’ τον γάμο αυτόν απέκτησε δύο κόρες. Όταν ο Βενιζέλος γίνεται πρωθυπουργός, ορίζει τον Ι. Μεταξά υπασπιστή του. Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι , ο Ι. Μεταξάς βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και εισήλθε νικητής μαζί με τον Κωνσταντίνο, στα Ιωάννινα και στην Θεσσαλονίκη. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει τον Ι. Μεταξά στο στρατόπεδο των ουδετερόφιλων. Διαφωνεί, λοιπόν, με τις επιλογές του Βενιζέλου, που τον αποστρατεύει πρόωρα το 1916, με τον βαθμό του Συνταγματάρχου.
Το 1917, εξορίζεται από το βενιζελικό καθεστώς στην… Κορσική! Μετά τις εκλογές του 1920 και την επάνοδον του Κωνσταντίνου, επανέρχεται και ο Ι. Μεταξάς. Επιστρέφει στον Στρατό, αλλά συντόμως αποστρατεύεται οριστικώς με τον βαθμόν του Στρατηγού. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, είναι ο αρχηγός του αποτυχημένου κινήματος Λεοναρδοπούλου-Γαργαλίδη, για το οποίο καταδικάζεται και καταφεύγει πολιτικός εξόριστος στην Ιταλία. Επιστρέφει στην πατρίδα το 1924 (αφού του είχε χορηγηθεί αμνηστία) και πολιτεύεται για πρώτη φορά με το «Κόμμα των Ελευθεροφρόνων», που είχε ιδρύσει ο ίδιος και λαμβάνει 54 έδρες (επί 250). Την ίδια χρονιά, το κόμμα του συμμετέχει στην κυβέρνηση και ο ίδιος αναλαμβάνει το υπουργείο Συγκοινωνιών. Το 1928 αποσύρεται αηδιασμένος από την πολιτική, αλλά επιστρέφει το 1934. Στις εκλογές του 1936, το κόμμα του καταλαμβάνει 17 έδρες στην νέα βουλή, συμμετέχει στην κυβέρνηση και ο ίδιος αναλαμβάνει (τον Μάρτιο) το υπουργείο Στρατιωτικών. Τον Απρίλιο του 1936 πεθαίνει ο πρωθυπουργός Δεμερτζής και ορκίζεται πρωθυπουργός ο Ι. Μεταξάς, με πεντάμηνη θητεία. Εν τω μεταξύ, ξεσπούν κοινωνικές ταραχές, προετοιμασμένες μεθοδικά από το ΚΚΕ, με σκοπό την πρόκληση εμφυλίου πολέμου. Ήδη, έχει ξεσπάσει όμοια σύγκρουση στην Ισπανία. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Το ΚΚΕ ρίχνει το γάντι στην κυβέρνηση Μεταξά και προκηρύσσει γενική απεργία για τις 5 Αυγούστου 1936. Θα είναι η μέρα αυτή η αρχή ενός αιματηρού ελληνικού εμφυλίου πολέμου;
Ο Ι. Μεταξάς, αντιλαμβάνεται αμέσως τον κίνδυνο και γράφει στο ημερολόγιό του: «Δι’ ημάς τους Έλληνας, το πρόβλημα δεν είναι πως θα μείνομεν στον κοινοβουλευτισμόν, αλλά δια ποιας θύρας θα εξέλθομεν αυτού. Δια της θύρας του κομμουνισμού ή δια της θύρας του Εθνικού Κράτους; Ας εκλέξομεν». Ο Ι. Μεταξάς δεν έχει κανένα δίλημμα και την 4η Αυγούστου προλαβαίνει τους κομμουνιστάς και επιβάλλει τον δεύτερο δρόμο της εξόδου από τον κοινοβουλευτισμό: το Εθνικό Κράτος! Δίδει δε αμέσως το ακριβές στίγμα του Νέου Κράτους: «Η Ελλάς από της 4ης Αυγούστου έγινε κράτος αντικομμουνιστικό, κράτος αντικοινοβουλευτικό, κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάση αγροτική και εργατική και κατά συνέπειαν κράτος αντιπλουτοκρατικό. Δεν έχει βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα είναι όλος ο λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς».
Υπάρχουν βεβαίως κι άλλες, πληρέστερες αναφορές με τις οποίες ο Ι. Μεταξάς δίδει το ιδεολογικό του στίγμα. Ας τις παρακολουθήσουμε. Στα Τετράδια των Σκέψεών του, λοιπόν, αναφέρει στις αρχές του 1940, περί της λεγομένης «αντιπροσωπευτικής» ή «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» (δυτικού τύπου) τα εξής: «Ας εξετάσουμε καλά τι θα πει Δημοκρατία – η Democracy- είναι το παιδί του καπιταλισμού. Είναι το όργανο με το οποίο ο καπιταλισμός κυριαρχεί πάνω στην λαϊκή μάζα. Είναι το όργανο με το οποίο κατορθώνει, ο καπιταλισμός, να παριστάνει την θέλησή του ως την λαϊκή θέληση. Αυτό το είδος της Δημοκρατίας χρειάζεται εκλογές καθολικής μυστικής ψηφοφορίας, άρα οργανωμένα κόμματα και συνεπώς μεγάλα κεφάλαια. Χρειάζεται για τον ίδιο λόγο εφημερίδες, άρα μεγάλα κεφάλαια. Χρειάζεται εκλογική οργάνωση κάθε φορά και εκλογικούς αγώνες, άρα χρήματα. Κι άλλα τόσα που απαιτούν κεφάλαια. Επομένως, μόνο οι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου ή τα όργανά τους, μπορούν να κάνουν τέτοιους αγώνες. Άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων χωρίς κεφάλαια, όσο μεγάλα κι αν είναι τα ιδανικά που υπερασπίζονται, είναι προορισμένοι να χάσουν. Όταν έχει κανείς τις εφημερίδες, μορφώνει και την κοινή γνώμη όπως θέλει. Κι αν ακόμα υπερασπίζεται πράγματα που γυμνά θα τα απεστρέφετο ο λαός, τα σκεπάζει με τέτοια δημοσιογραφικά ρούχα ώστε να τα καταπίνει ο λαός. Ή κι αν δεν τα καταπίνει, βάζει τις εφημερίδες να γράφουν πως τα κατάπιε. Και τότε ο καθένας πιστεύει ότι όλοι οι άλλοι τα κατάπιαν και υποτάσσεται κι αυτός. Λοιπόν, η Δημοκρατία είναι το μονογενές και γνήσιο παιδί του καπιταλισμού».
Συνεχίζοντας, στο ίδιο κείμενο, ο Ι. Μεταξάς αναφέρει περί των κοινωνικών συστημάτων: «Από την μία μεριά ο καπιταλισμός, για να συσσωρεύσει τα κεφάλαια στα χέρια που τον εκπροσωπούν και να κάνει όλον τον κόσμο σκλάβους του –μα σκλάβους που να νομίζουν πως είναι ελεύθεροι- έχει ανάγκη της ελευθέρας οικονομίας και του περιορισμού του κράτους από κάθε επέμβαση εις την οικονομίαν της κοινωνίας. Και αν πάλι, που και που χρειάζεται καμιά επεμβασούλα, πάλι πρέπει η μηχανή του κράτους να’ ναι στα χέρια του, ώστε η επέμβαση , πάντα όσο το δυνατόν μικρότερη, να’ ναι πάντα προς όφελός του. Κράτη που επικρατεί η διευθυνομένη οικονομία, όσον κι αν είναι δημοκρατικά –και εννοούμε τέτοια που αποσκοπούν στο γενικό συμφέρον του λαού- δεν συμφέρουν τον καπιταλισμό. Γιατί μέσα σε τέτοια κράτη δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση του συνόλου του λαού από τους εκπροσώπους του καπιταλισμού. Ακόμα, δε, περισσότερο όταν αυτά τα κράτη είναι και ολοκληρωτικά. Γιατί εκεί μέσα ούτε καν τον τύπο μπορεί ο καπιταλισμός να έχει στα χέρια του, ούτε την κοινή γνώμη να διευθύνει κατά τα συμφέροντά του, ούτε με κομματικές μανούβρες να αναποδογυρίζει ότι δεν τον συμφέρει, ούτε με εκλογές να γίνεται κύριος της κρατικής μηχανής».
Συμφώνως με τις αρχές του αυτές, οργάνωσε ο Ι. Μεταξάς το Νέο Κοινωνικό Κράτος. Παίρνει μέτρα πρωτόγνωρα για την εποχή, υπέρ των εργατών και των αγροτών, που αποτελούσαν την βάση του καθεστώτος, μέτρα τα οποία σήμερα κατεδαφίζονται από τους μνημονιακούς πολιτικάντηδες. Ποια ήταν αυτά τα μέτρα; Ιδού:
1ον) Καθιερώνεται το 8ωρο και η πληρωμή των υπερωριών.
2ον) Καθιερώνεται η υποχρεωτική αργία της Κυριακής.
3ον) Απαγορεύεται αυστηρά η παιδική εργασία.
4ον) Καθορίζονται κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων – το λεγόμενο «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» και υπογράφονται οι πρώτες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
5ον) Ιδρύεται το ΙΚΑ.
6ον) Ιδρύεται η Εργατική Εστία.
7ον) Καθιερώνεται η υποχρεωτική διαιτησία μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων.
8ον) Καθιερώνεται η Πρωτομαγιά ως επίσημη εθνική εργατική εορτή.
9ον) Καθιερώνεται η άδεια μετ’ αποδοχών.
10ον) Χαρίζονται τα αγροτικά δάνεια.
11ον) Ιδρύονται κρατικοί παιδικοί σταθμοί.
12ον) Η ανεργία εξαφανίζεται.
13ον) Για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ο προϋπολογισμός γίνεται πλεονασματικός.
14ον) Γίνεται ευρεία διανομή της γης, πλήθος αποξηράνσεων και αρδευτικών έργων, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της γεωργικής παραγωγής και του εισοδήματος των αγροτών.
15ον) Ξεκινούν, το 1938, οι πρώτες γεωτρήσεις για άντληση πετρελαίου στο Κατάκολο Ηλείας.
Δικαίως, λοιπόν, ο Ι. Μεταξάς ανακηρύσσεται από τους ευεργετηθέντες εργάτες και αγρότες της χώρας, «Πρώτος Εργάτης» και «Πρώτος Αγρότης» αντιστοίχως.
Όμως, το νέο καθεστώς δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Υπήρχε κι άλλος πόλος εξουσίας, το Παλάτι. Ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β΄ έβλεπε την 4η Αυγούστου ως μια «παρένθεση» και δεν ενστερνιζόταν τις ιδέες του Ι. Μεταξά. Ο Ι. Μεταξάς τα γνωρίζει αυτά και ετοιμάζει την συνέχεια του καθεστώτος και μετά απ’ αυτόν. Ιδρύει, λοιπόν, την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ), στην οποία εντάσσονται όλοι οι νέοι της Ελλάδος. Σκοπός της ΕΟΝ ήτο η ανάπτυξη του εθνικού και αγωνιστικού φρονήματος της νεολαίας, η πάταξη του ατομικιστικού πνεύματος, η ανάπτυξη του αισθήματος της αλληλεγγύης στην λαϊκή κοινότητα και η ανάδειξη της νέας ηγεσίας του έθνους, εφόσον δεν υπήρχε ιδιαίτερο κόμμα για να γίνει η ανάδειξη μέσω αυτού. Οι νέοι της θρυλικής ΕΟΝ έμελλε να γίνουν οι δημιουργοί του έπους του ’40. Ήταν τέτοια η απήχηση της ΕΟΝ, που αργότερα, στα χρόνια της κατοχής, οι κομμουνιστές ονόμασαν ΕΠΟΝ την νεολαία του ΕΑΜ, για λόγους προφανείς. Ο Ι. Μεταξάς είχε δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο θέμα της ΕΟΝ και αποκαλούσε τους νεολαίους «τα παιδιά μου». Το θεωρούσε προσωπικό του έργο, έργο ζωής. Κι ήταν πράγματι το μέγιστο εθνικό του επίτευγμα.
Τεράστιο υπήρξε επίσης το έργο του Ι. Μεταξά στον τομέα της τέχνης, των γραμμάτων και του ελληνικού πολιτισμού. Είπαν γι’ αυτόν και το έργο του κορυφαίες καλλιτεχνικές και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής: «Ο Μεταξάς είναι αντάξιος του Λεωνίδα και του Παλαιολόγου» (Αιμίλιος Βεάκης). «Το μεγάλο πνεύμα του Μεταξά δεν άφησε καμία πτυχή της ελληνικής ζωής, χωρίς να ρίξει απάνω της το στοργικό φως του. Το ελληνικό θέατρο χρωστάει σ’ αυτόν την αναγέννησή του» (Μαρίκα Κοτοπούλη). «Η αγάπη του για την τέχνη και τους καλλιτέχνες είναι απεριόριστη. Ο Μεταξάς δεν αρνήθηκε ποτέ ότι του ζητήθηκε για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής τέχνης» (Παντελής Πρεβελάκης).
«Προβλέπω πόλεμον μεταξύ Αγγλικού και Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμο πολύ χειρότερο του προηγουμένου. Εις τον πόλεμον αυτόν θα κάνω ό,τι μπορώ δια να μην εμπλακεί η Ελλάς, αλλά τούτο, δυστυχώς, είναι αδύνατον». Αυτά τα προφητικά λόγια έγραφε στο ημερολόγιό του ο Εθνικός Κυβερνήτης το 1936. Πρώτο, λοιπόν, μέλημα του Νέου Κράτους ήταν η δημιουργία αξιόμαχου Στρατού και η εξασφάλιση των μέσων για κάτι τέτοιο. Επ’ αυτού δεν χρειάζεται να αναφέρουμε πολλά. Το Έπος του ’40 αποδεικνύει περίτρανα την επιτυχία εις αυτόν τον τομέα!
Αλλά και η εξωτερική πολιτική του Ι. Μεταξά υπήρξε υποδειγματική, προς την κατεύθυνση της πάση θυσία μη εμπλοκής της Ελλάδος στην επερχόμενη ανθρωποσφαγή. Ναι, ήταν αλήθεια ότι ο Ι. Μεταξάς θα προτιμούσε προσωπικά μια γερμανική νίκη, αλλά δεν προσέδεσε την Ελλάδα στο άρμα κανενός. Ακολούθησε πολιτική ίσων αποστάσεων από τους εμπλεκομένους στις συμμαχίες της εποχής. Πολιτική πραγματικής ουδετερότητος και εθνικής ανεξαρτησίας. Και τα κατάφερε ως τα τέλη του ’40 να κρατήσει την χώρα έξω από τον πόλεμο, μέχρι που μας επετέθησαν αναιτίως οι Ιταλοί. Τότε που ο Ι. Μεταξάς είπε το μεγάλο «Όχι», δημιουργώντας την βάση για το Έπος που ακολούθησε.
Επίσης, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου έπληξε με αποφασιστικότητα το ξενοκίνητο και ξενόδουλο ΚΚΕ. Από την μία με τα τολμηρά και πρωτοποριακά φιλεργατικά και φιλαγροτικά του μέτρα στέρησε από τους κομμουνιστές την δυνατότητα εκμεταλλεύσεως των κοινωνικών αιτημάτων. Κι απ’ την άλλη, με τον δαιμόνιο υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, κατεξευτέλισε και διέλυσε το ΚΚΕ. Αφού στην αρχή εξάρθρωσε όλον τον παράνομο μηχανισμό του κόμματος, έκανε τα περισσότερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ «δηλωσίες» και «πράκτορες της ασφάλειας». Πλέον, κανείς κομμουνιστής δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν! Ακόμη και παράνομο «Ριζοσπάστη» εξέδιδε και διακινούσε το υπουργείο Ασφαλείας, σπέρνοντας την αμφιβολία μεταξύ τους, για το ποιος από τους δύο «Ριζοσπάστες» -αυτός που εξέδιδαν παράνομα τα απομεινάρια του κόμματος ή αυτός που εξέδιδε η ασφάλεια- ήταν ο γνήσιος! Έλεγε μετά τον πόλεμο σε συνέντευξή του το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Γιάννης Ιωαννίδης: «Στα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας του, μας χάλασε ό,τι είχαμε φτιάξει σε 15 χρόνια. Ακόμα λίγο και η κατάσταση θα άλλαζε ριζικά. Ήρθε, όμως, ο Μεταξάς και κατάφερε να εκμηδενίσει όλη αυτή την αναρχία που μας εξυπηρετούσε».
Αυτό ήταν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και τα επιτεύγματά του. Βεβαίως, τα χρόνια που ακολούθησαν με την αναγκαστική είσοδο της Ελλάδος στον πόλεμο –ελέω των Ιταλών- και με τον εξαιρετικά ύποπτο –τουλάχιστον!- και πολύ βολικό για ορισμένους «θάνατο» του Μεταξά, αλλά και τα κατοπινά τραγικά γεγονότα γύρισαν την Ελλάδα πολλά χρόνια πίσω και η σπορά που έριξε ο Ι. Μεταξάς εχάθη, με ολέθρια αποτελέσματα για την Ελλάδα μας.
Ως επίλογο, θα παραθέσω την άποψη για τον Ι. Μεταξά και το έργο του, του γνωστού (μακαρίτη πλέον) αριστερού συγγραφέως Βασίλη Ραφαηλίδη, από το βιβλίο του «Ιστορία του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974»):
«Ο Μεταξάς κάθε άλλο παρά τυχαίος ήταν. Έχουμε την τάση να υποτιμούμε τους δικτάτορες. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση να χαρακτηρίζουμε τον Μεταξά «νάνο», κάνοντας ανόητη αναφορά στο ανάστημά του. Ο Μεταξάς δεν ήταν νάνος, ήταν λαϊκός ηγέτης» (σελ. 137).
«Βέβαια, ο Μεταξάς έστειλε στην εξορία κόσμο και κοσμάκη. Όμως δεν ήταν ο εφευρέτης της εξορίας. Άλλωστε και ο Βενιζέλος έστειλε στην εξορία ουκ ολίγους και μάλιστα όχι στα ελληνικά νησιά, αλλά στην μακρινή Κορσική, για μεγαλύτερη ασφάλεια» (σελ. 139).
«Όπως και να’ ναι, δεν πρέπει να αποσιωπούμε πως ο Μεταξάς είναι αυτός που: καθιέρωσε το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, επέβαλλε το θεσμό της κοινωνικής περίθαλψης, καθιέρωσε το θεσμό της υποχρεωτικής άδειας, επέβαλλε το οχτάωρο κ.λπ.» (σελ. 139).
«Κατά τη διάρκεια της υπουργίας του σε πολλές κυβερνήσεις πριν γίνει δικτάτορας, συνέβαλλε αποφασιστικά στο να αποκτήσει η Ελλάδα δρόμους της προκοπής» (σελ. 140).
«Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε τον Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν τον Μουσολίνι, όπως και οι Γερμανοί που αγάπησαν τον Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν τον Φράνκο» (σελ. 153).
Γ. Δημητρακόπουλος
Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός
4η Αυγούστου 1936 - ...
emo













































Καυτά καλοκαιρινά κο ...
emo


Οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρξαν θεσπέσιο λατρευτικό-αθλητικό θέσμιο των αρχαίων Ελλήνων, με σύνδρομο ποιοτικό-ηθικό βίωμα, πριν ήδη από την μάχη του Μαραθώνος και τη μάχη των Πλαταιών.

Χαρακτήριζε τους ΄Έλληνες, ήδη στον όγδοο π.Χ. αιώνα, η εύτολμη και δημιουργική δράση και η συναίσθηση χρέους προς τον άθλο και την άμιλλα, ιδιαίτερα τους πρωτοπόρους μεταξύ τους όπως και η έξοχη μυθολογία τους υπαγόρευε, καίριο στοιχείο του πολιτισμού τους, έργο θαυμαστής ποιητικής φαντασίας, εμψυχωτικής του εξωανθρώπινου κόσμου, εξυψωτικής του ανθρωπίνου βίου. Τα έπη του Ομήρου, διάσπαρτα έστω ακόμη, λάξευαν τη συνείδηση των Ελλήνων προς ηρωικό ήθος. Από τους στίχους της Ιλιάδας ηχούσε το βαρύηχο παράγγελμα «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων». Ο ηθικά ωραιότερος ήρωας του Ομήρου, δεν καταδεχόταν να ζει ως «άχθος αρούρης», δηλαδή να επιζεί απλώς χωρίς να μεγαλουργεί. Από τους στίχους της Οδύσσειας αντηχούσε η ρητή έξαρση της αξίας του αθλητισμού και η αξιολογική αντιδιαστολή του προς την ενασχόληση αποκλειστικά σε κερδοφόρα εμποροναυτική δράση _ από τον Αλκίνοο (θ 103) και τον Λαοδάμα (θ 147-148) και από τον Ευρύαλο (θ 159-164).
Στην ηθικο-ποιητική αυτή ατμόσφαιρα και ως οιονεί συμπλήρωμα θρησκευτικής λατρείας θεσπίστηκαν οι Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα όπως και οι άλλοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες, «Ίσθμια», «Νέμε », «Πύθια». Μάλιστα, ο ιερός χώρος της Ολυμπίας υπήρξε χώρος όχι μόνο αθλητικών αγώνων, αλλά και μαντείου επίσης. Η λειτουργία μαντείου όμως ατόνησε με το πέρασμα του χρόνου και πολύ ενωρίς αναδείχτηκε η Ολυμπία ως χώρος της κορυφαίας αθλητικής πανηγύρεως των Ελλήνων.

Η θέσπιση των Ολυμπιακών αγώνων είναι αδύνατον να ενταχθεί με ακρίβεια σε ορισμένη στιγμή του ιστορικού χρόνου, καθώς είναι βυθισμένη στην αχλύ των θρύλων, με θεούς και ημιθέους φερόμενους ως ιδρυτές και πρώτους Ολυμπιονίκες. Αντανακλούν άλλωστε οι θρύλοι αυτοί και τις πολιτικές περιπέτειες της περιοχής της Ολυμπίας, καθώς η κυριαρχία της εναλλασσόταν μεταξύ των Ηλείων και των Πισατών προπάντων, και μόνο από το 570 π.Χ. εμπεδώθηκε οριστικά η υπαγωγή της Ολυμπίας στην εξουσία των Ηλείων. Το πιθανότερο λοιπόν είναι, ότι θεσπίστηκαν οι Ολυμπιακοί αγώνες από τους Ηρακλείδες, ύστερα από την «κάθοδο» τους και την επέκταση της παρουσίας των αιτωλοδωρικών φύλων έως την Πισάτιδα. Επικράτησε τότε και η λατρεία του Διός στην Ολυμπία. Και πλάστηκε τότε, φαίνεται, και ο θρύλος, ότι ίδρυσε του Ολυμπιακούς αγώνες ο Ηρακλής, ο Ιδαίος, με τους συνοδούς του από την Κρήτη Κουρήτες. Ως ιδρυτής, εξ άλλου, των Ολυμπιακών αγώνων στην ιστορική πραγματικότητα φέρεται ο βασιλεύς των επήλυδων αυτών αιτωλο-δωρικών φύλων Όξυλος. Καίρια όμως φαίνεται υπήρξε η ανακαίνισή τους από τον απόγονό του Ίφιτο, καθώς με αυτήν συνδέεται και η θέσπιση της σύνδρομης των αγώνων πανελλήνιας εκεχειρίας, επιτελεσμένη, με την επέμβαση και του Ιερού των Δελφών, από τον Ίφιτον αυτόν και τον βασιλέα της Σπάρτης Λυκούργο και τον βασιλέα της Πίσας Κλεοσθένη.

Χρονική αφετηρία, κάπως στερεή, για την παρακολούθηση της ιστορίας των Ολυμπιακών αγώνων παρέχει το έτος 776 π.Χ., δεκτό συμβατικά ως χρονολογία των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, εναρκτήρια και της πρώτης Ολυμπιάδας. Μοναδικό αγώνισμα τότε ήταν ο δρόμος ενός σταδίου, 129,27 μέτρων, και ολυμπιονίκης υπήρξε ο Ηλείος Κόροιβος, ενώ η διάρκεια των αγώνων ήταν μια ημέρα μόνο. Από τους δέκατους τέταρτους ολυμπιακούς αγώνες, το 724 π.Χ., άρχισε η τέλεση και άλλων αγωνισμάτων, ώστε να γίνουν στους κλασσικούς χρόνους δέκα οκτώ, και η διεξαγωγή τους να διαρκεί πέντε ημέρες, από την 77η Ολυμπιάδα, το 472 π.Χ. και ύστερα . Διαδοχικά είχαν ενταχθεί ο δίαυλος, δηλαδή ο δρόμος δύο σταδίων, το 724 π.Χ., ύστερα η πάλη και το πένταθλο το 708 π.Χ., ύστερα η πυγμαχία το 688 π.Χ., και ύστερα άλλα ακόμη.

Διεξάγονταν οι Ολυμπιακοί αγώνες ανά τετραετία και σε θερινή εποχή πάντοτε, συγκεκριμένα το πενθήμερο από επόμενη του θερινού ηλιοστασίου πανσέληνο. Από την έβδομη Ολυμπιάδα έπαθλο των νικητών καθιερώθηκε, μετά χρησμό του Δελφικού Μαντείου, ο κότινος, δηλαδή στεφάνι από κλαδί της ιερής αγριελιάς, της βλαστημένης έξω από τον οπισθόδομο του ναού του Διος, της «καλλιστεφάνου ελαίας». Τα κλαδιά της έκοβε «παις αμφιθαλής».

Η σύνδρομη των Ολυμπιακών αγώνων «εκεχειρία», διάρκειας αρχικά ενός μηνός, ύστερα δύο και τελικά τριών μηνών, άρχιζε με την αναγγελία των αγώνων και συνεχιζόταν και ύστερα από τη λήξη τους, ώστε να γίνεται ακίνδυνα η προσέλευση των αθλητών και των συγγενών τους και των θεατών και η επιστροφή στις πατρίδες τους. Η αναγγελία των αγώνων γινόταν από τους «σπονδοφόρους», δηλαδή πολίτες Ηλείους, στεφανωμένους με κλαδιά ελιάς, περιερχόμενους τις πόλεις με ραβδί κήρυκα στο χέρι. Στη διάρκεια της «εκεχειρίας» απαγορεύονταν οι μεταξύ Ελλήνων εχθροπραξίες, η διακίνηση οπλοφόρων στην Ηλεία και η εκτέλεση θανατικής ποινής, και αντίστροφα επιτρεπόταν η διέλευση των αθλητών και των άλλων προς και από την Ολυμπία διαμέσου του εδάφους και πόλεων εμπόλεμων προς την πατρίδα τους.

Και ξεκινούσαν τότε από τις διάφορες περιοχές παρουσίας των Ελλήνων, έως και από την Κάτω Ιταλία και Σικελία και τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου και τη Βόρειο Αφρική, αθλητές και συνοδοί τους και θεατές, για να μετάσχουν ή να παρευρεθούν στους Ολυμπιακούς αγώνες και να ζήσουν ολίγες ημέρες, στη μεγαλειώδη αυτή πανήγυρη των Ελλήνων, ενωμένων σε ηθική έξαρση και σε ατμόσφαιρα εορταστική, με υπερνίκηση των μεταξύ τους συγκρούσεων. Και προσέρχονταν, εκτός από το πλήθος των ανεπισήμων θεατών, και αντιπρόσωποι επίσημοι των πόλεων, οι «θεωροί», αλλά και πανελλήνιες προσωπικότητες διάσημες, ρήτορες, ποιητές και μουσικοί. Η επιτόπια διαμονή, σε ώρα μάλιστα καύσωνος, ενείχε πολλή δυσκολία. Το προς και από την Ολυμπία ταξίδι επίσης ήταν επίπονο ή και πολυήμεο, καθώς γινόταν με ίππους είτε ιπποκίνητες άμαξες ή και πεζή. Φαντάζεσθε, τι ζήλος και τι πίστη εμψύχωνε όσους μετείχαν στον πανελλήνιο αυτό συναγερμό.

Οι αθλητές, Έλληνες μόνο και με παρελθόν άψογο ηθικά, όφειλαν να φθάσουν ένα μήνα πριν από την έναρξη των αγώνων και να προπονηθούν και να δοκιμασθούν επί τόπου στη διάρκεια του μηνός, αλλά και να έχουν υποβληθεί σε προπόνηση προηγουμένως επί δέκα μήνες τουλάχιστον.

Την φροντίδα για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων είχαν οι «Ελλανοδίκες». Το αξίωμά τους αρχικά ήταν ισόβιο, και μάλιστα κληρονομικό, ενωρίς όμως είχε γίνει αιρετό και με κλήρο, ενώ η θητεία τους περιορίσθηκε για μια Ολυμπιάδα. Ο τίτλος τους υποδηλώνει την αποστολή τους και το εθνικό εύρος των αγώνων. Σαν να εκτεινόταν η δικαιοδοσία τους επί τους πανέλληνες. Και σαν να ήταν για ολίγες ημέρες η Ολυμπία οιονεί πρωτεύουσα της Ελλάδος. Εξ άλλου, ο ιερός χώρος της Ολυμπίας είχε ίσως και ορισμένα μυθικής πηγής δικαιώματα προβαδίσματος προς τις άλλες περιοχές της Πελοποννήσου τουλάχιστον. Ας μη λησμονούμε, ότι με τον χώρος της Ολυμπίας συνδεόταν η δράση του θρυλικού Πέλοπος και ότι η ονομασία ολόκληρης της νοτίως του Ισθμού χερσονήσου υποσήμαινε περιέλευσή της κάπως υπό την κυριαρχία του: Πέλοπος νήσος, Πελοπόννησος.

Οι Ελλανοδίκες, τελικά δέκα, εκλέγονταν μεταξύ των Ηλείων πολιτών, και υποβάλλονταν σε δεκάμηνη εκπαίδευση, ώστε να εκμάθουν τους κανονισμούς των αγώνων και γενικά ν’ αποκτήσουν τα προσόντα για την ορθή και αυστηρή προπόνηση ων αθλητών, για την άψογη διεύθυνση των αγωνισμάτων και ανάδειξη των νικητών, ή και για τη μη άμετρη επιβολή ποινών. Είχαν βοηθούς τον αλυτάρχη και τους αλύτες, αλλά και μαστιγοφόρους και ραβδούχους. Υπό την εποπτεία τους υπηρετούσε και άλλο πολλαπλό προσωπικό για την προετοιμασία και στη διάρκεια των αγώνων.

Η επιτυχία των Ολυμπιακών αγώνων ήταν κύριο μέλημα των υπεύθυνων για τη διακυβέρνηση της Ήλιδας. Η μεγαλοπρεπέστατη σ’ αυτούς εκπροσώπηση των πόλεων, και προπάντων η νίκη των αθλητών κάθε μιας, ήταν μέλημα έντονο των αρχόντων και του λαού της. Η Σπάρτη, από 720 π.Χ. έως 586 π.Χ. εέιχεν επιτύχει, ώστε από τους 81 γνωστούς ολυμπιονίκες οι 46 να είναι σπαρτιάτες.

Άρχιζαν οι Ολυμπιακοί αγώνες με ιεροτελεστία και με την ορκωμοσία των αθλητών εμπρός στο άγαλμα του Ορκίου Διός. Ορκίζονταν οι αθλητές ότι θα αγωνισθούν τίμια. Ορκίζονταν επίσης και οι γυμναστές, καθώς και οι πατέρες είτε οι πρεσβύτεροι αδελφοί των αθλητών, ότι είχαν αυτοί προπονηθεί επί δέκα μήνες. Αλλά και οι Ελλανοδίκες ορκίζονταν, ότι θα είναι αμερόληπτοι, όπως και ότι δεν θα αποκαλύψουν τους λόγους των αποφάσεών τους. Ακολουθούσε η διεξαγωγή των αγωνισμάτων, ενώ την τρίτη ημέρα γινόταν, ως πράξη λατρείας του Διός, θυσία εκατό βοδιών.

Οι επιδόσεις των αθλητών ήταν συχνά εξαίρετες. Ότι όμως ενδιέφερε, ήταν προπάντων η άμιλλα και η Νίκη, όχι και οι επιδόσεις καθ’ εαυτές, όπως και όσο ενδιαφέρουν στην εποχή μας. Άλλωστε δεν υπήρχαν και χρονόμετρα, ώστε να είχαν μετρηθεί με ακρίβεια οι επιδόσεις των δρομέων. Έχουν όμως περισωθεί περιγραφές είτε αφηγήσεις για επιβλητικές επιτεύξεις αθλητών, ενδεικτικές του θαυμασμού των θεατών γι’ αυτές, και άρα της μεγαλοσύνης των επιδόσεών τους.

Προπάντων εξ άλλου, έως και τους κλασσικούς χρόνους τουλάχιστον, γνήσια και βαθιά ήταν η βίωση των ολυμπιονικών, ότι μιμούνταν κάπως τους άθλους θεών και ημιθέων, των πρώτων εκείνων ολυμπιονικών του θρύλου, ευφρόσυνα και δοξαστικά για τη γενιά τους. Μαρτυρούν και οι ολυμπιακοί ύμνοι του Πινδάρου, αριστουργήματα ποιητικά, εξυμνητικά όχι μόνο του ολυμπιονίκη, αλλά και της γενιάς του και της πατρίδας του, σε τόνο μεταρσιωτικό προς τον κόσμο του μύθου.

Μέγιστο υπήρξε για τους Έλληνες το κύρος των Ολυμπιακών αγώνων και σχεδόν ιστορικά υπερβατό.
Τι άλλο σημαίνει, ότι και σε περίοδο πολέμου, του φοβερού αυτού σπασμού της Ιστορίας, ίσχυε η προκήρυξη και μόνη των Ολυμπιακών Αγώνων για να παύσουν οι πολεμικές μεταξύ Ελλήνων επιχειρήσεις; Τι άλλο σημαίνει, ότι από το 400 π.Χ. περίπου, ο ιστορικός χρόνος άρχισε να μετριέται και η χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων να επιτελείται με βάση τις διαδοχικές Ολυμπιάδες, ονομασμένες η κάθε μια και με το ένδοξο ήδη όνομα του πρόσφατου ολυμπιονίκη στο αγώνισμα του ενός σταδίου; Είναι δυο ηθικοί τίτλοι εξαίσιοι των Ολυμπιακών αγώνων, ότι με την προκήρυξή τους έπαυαν οι μεταξύ Ελλήνων εχθροπραξίες και ότι με αναφορά σ’αυτούς προσδιοριζόταν η χρονολογία των Ελλήνων.

Από τους δύο αυτούς ηθικούς τίτλους φαίνεται ήδη, πόσο ήταν σπουδαίο στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού οι Ολυμπιακοί αγώνες, ως κορυφαία πανηγυρική αναγνώριση της συμβολής του αθλητισμού στην ευόδωση της ελληνικής παιδείας ή και της επιβολής του αγωνιστικού ήθους στη διάπλαση της ελληνικής βιοτροπίας-έστω και αν η πανηγυρική αυτή αναγνώριση ενείχε και στοιχεία θρησκευτικά.

Εκφραστικώτατη για την καταξίωση του αθλητισμού στη συνείδηση του λαού των Ελλήνων της κλασικής εποχής είναι η περίφημη πρόσρηση προς τον Διαγόρα, ολυμπιονίκη από τη Ρόδο και πατέρα ολυμπιονικών, «Κάτθανε, Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει», ότι υποσημαίνει εξάντληση των ορίων της προσιτής για τον άνθρωπο ευδαιμονίας, από το γεγονός των νικών πατέρα και υιών στους Ολυμπιακούς αγώνες. Εξ άλλου, ο Πίνδαρος στον ύμνο του για τον Διαγόρα δεν παραλείπει να εξάρει και το σεμνό ήθος του Ρόδιου αυτού ευπατρίδη ως χάρισμά του, έκγονο και της ανατροφής του με την ορθοφροσύνη ενάρετων πατέρων, προφυλακτικής του από τον κίνδυνο της αλαζονείας: «ύβριος εχθράν οδόν ευθυπορεί, σάφα δαής ά τε οι πατέρων ορθαί φρένες εξ αγαθών έχρεον» (Ολυμπιονίκος Ζ΄ 165-168).

Δηλωτικό της ευρύτατης επιβολής του αγωνιστικού ήθους στον βίο των Ελλήνων είναι ότι ακόμη και οι παραστάσεις τραγωδιών, των πνευματικών αυτών μεγαλουργημάτων, ήταν συνυφασμένες με «αγώνα» μεταξύ των ποιητών, ενώ είχαν εξ άλλου και χαρακτήρα «διδασκαλίας». Μάλιστα, πολύ πριν από τον Φρύνιχο και τον Αισχύλο, τους πρώτους μεγάλους ποιητές δράματος, ο ποιητής Ησίοδος φέρεται να έχει νικήσει με ποίημά του και να έχει βραβευθεί στους αγώνες για τον νεκρό βασιλέα της Χαλκίδας Αμφιδάμαντα. Και τα περίφημα όμως «Πύθια» στην αρχική περίοδό τους ήταν μουσικοί «αγώνες» και μόνο από το 582 π. Χ. έγιναν και αθλητικοί, όταν αναδιοργανώθηκαν με την επέμβαση του Σικυώνιου άρχοντα Κλεισθένους, πάππου εκ μητρός του μεγάλου πολιτικού των Αθηνών Κλεισθένους. Είχαν επίγνωση, άλλωστε, οι αρχαίοι Έλληνες της αξίας του αγωνιστικού ήθους, με συνέπεια και να λάβει πλαστική μορφή η αφηρημένη έννοια του Αγώνος, δηλαδή να στηθεί άγαλμα του Αγώνος στην Ολυμπία τα πρώτα χρόνια του πέμπτου π.Χ. αιώνος.

Η ανά τετραετία συνάθροιση πλήθους Ελλήνων στην Ολυμπία και από τις πιο μακρινές ελληνικές πόλεις για να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς αγώνες έμοιαζε κάποτε και να λειτουργεί ως οιονεί Εθνική Συνέλευση των Πανελλήνων, με παρουσία ή και με απεύθυνση προς αυτή διάσημων ανδρών του πνεύματος και της πολιτικής. Το 476 π.Χ. παρευρέθηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες, και συγκέντρωσε την προσοχή και τις επευφημίες του πλήθους υπέρ οιονδήποτε πρωταθλητή, ο πιο ένδοξος τότε πολιτικός της Ελλάδος, ο αθηναίος Θεμιστοκλής, ο πρωτουργός της νίκης των Ελλήνων στης ναυμαχία της Σαλαμίνας πριν τέσσερα χρόνια.

Στην Ολυμπιάδα του 416 π.Χ. είχε παραστεί με λάμψη πολλή ως «αχιθέωρος» των Αθηναίων ο ανερχόμενος τότε πολιτικός Αλκιβιάδης. Στην Ολυμπιάδα του 408 π.Χ. ή του 392 π.Χ., εκφώνησε λόγο έξοχο, έκκληση για την ένωση των Ελλήνων, ο μέγας σοφιστής και ρήτωρ Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας. Στην Ολυμπιάδα του 388 π.Χ. εκφώνησε λόγο σφοδρό με άμετρο πολιτικό πάθος ο ρήτωρ Λυσίας. Με προορισμό να εκφωνηθεί στην επικείμενη Ολυμπιάδα έγραψε ο Ισοκράτης, ο αθηναίος μέγας διδάσκαλος της ρητορικής, τον περίφημο «Πανηγυρικόν», θερμή παραίνεση των Ελλήνων προς ομόνοια.

Χρειάζεται όμως ίσως και να μη αγνοήσομε, ότι και στην ίδια την Ελλάδα των χρόνων της ακμής της υπήρξαν και αντιδράσεις προς την απόδοση μεγάλων, θεωρημένων ως υπέρμετρων, τιμών στους νικητές αθλητικών αγώνων ή και προς τη μονομέρεια της ασχολίας επαγγελματικά με τον αθλητισμό. Η κριτική αυτή συντρέχει με κάποια ρήξη γενικότερα του κύρους του παραδοσιακού πολιτισμού των Ελλήνων, αλλά και με φαινόμενα εκφυλισμού του γνήσιου και αγνού αθλητισμού. Ο Ξενοφάνης, κριτικός φιλόσοφος, πρόσφυγας στη Σικελία και την Ιταλία, επικριτής και των θεολογικών μύθων των εθνικών ποιητών, πικραμένος και από τη μη αναγνώριση κοινωνικά της σοφίας του, ή και από τις οικονομικές του δυσχέρειες, επικρίνει έντονα την υπερτίμηση της αξίας των αθλητικών νικών. Ο Ευριπίδης, ο κριτικότατος επίσης μέγας τραγικός ποιητής, πικραμένος και αυτός από τη μη επάξια τίμηση του έργου του, αλλά και απογοητευμένος από την εμφάνιση αθλητικού επαγγελματισμού και τον τρόπο ζωής των επαγγελματιών αθλητών, έφθασε να δώσει έκφραση και στην άμετρη γνώμη: «κακών γαρ όντων μυρίων καθ’ Ελλάδα, ουδέν κάκιον εστί αθλητών γένος». Ο Πλάτων, αντίθετα, Νεμεονίκης ο ίδιος, εξαίρει την παιδευτική αξία του αθλητισμού, ως απαραιτήτου μάλιστα και για την ηθική διάπλαση του ανθρώπου προς καρτερία και θεληματικότητα, εκφράζει όμως την αποδοκιμασία του και αυτός για τη μονομέρεια της παιδείας αποκλειστικά με τον αθλητισμό.

Οι επικρίσεις αυτές και οι επιφυλάξεις με αντικείμενο τον αθλητισμό, σύνδρομες ευρύτερης κριτικής στοιχείων του παραδοσιακού πολιτισμού των Ελλήνων, δεν ίσχυσαν να εξαφανίσουν το κύρος και το γόητρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Παρά τις αλλοιώσεις του ελληνικού πολιτισμού στην ελληνιστική εποχή και στα πρώτα χρόνια της ρωμαιοκρατίας, ο θεσμός των Ολυμπιακών Αγώνων συνεχίζει τη λειτουργία του, έστω και αν υπέχει κάποιες τροποποιήσεις, έκγονες του ήθους και του ύφους των καιρών. Αποκτούν δικαίωμα συμμετοχής στους άλλοτε καθαρά ελληνικούς Ολυμπιακούς αγώνες και οι Ρωμαίοι, μάλιστα και αυτοκράτορες της Ρώμης, όπως ο Τιβέριος και ο Νέρων, αφού πριν ο ρωμαίος ηγέτης Σύλλας είχε λεηλατήσει το ιερό της Ολυμπίας και είχε αποπειραθεί να μεταφέρει τους Ολυμπιακούς αγώνες στη Ρώμη. Από τις αρχές του τρίτου μ.Χ. αιώνα, με την επέκταση της ιδιότητας ρωμαίου πολίτη σε πλήθος λαών της Αυτοκρατορίας, διευρύνθηκε η συμμετοχή μη Ελλήνων στους Ολυμπιακούς αγώνες. Κάτι καταλυτικό της αρχαίας φυσιογνωμίας τους, αλλά και προμηνυτικό του κατακτημένου στην εποχή μας οικουμενικού χαρακτήρα τους. Έως ότου, με Διάταγμα του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μεγάλου, απαγορευτικό γενικά των ειδωλολατρικών ιερών, το 393 μ.Χ., επέρχεται και η επίσημη κατάργηση του θεσμού των Ολυμπιακών αγώνων, μετά υπερχιλιετή λειτουργία του.

Υπήρξε κάπως συμβολική για την αλλαγή των καιρών, με τον εμβαπτισμό των παραμεσογειακών λαών στο νάμα της χριστιανικής πνευματικότητας, η επίσημη αυτή κατάλυση των Ολυμπιακών αγώνων, ύστερα από ιστορικά βαρυσήμαντη λειτουργία τους επί 1168 χρόνια. Οι 293 ολυμπιάδες, από το 776 π.Χ., έως το 393 μ.Χ., είχαν αποθέσει τη σφραγίδα τους ανεξίτηλη στην Ιστορία.

Ο Πλάτων, μέγιστος φιλόσοφος και της παιδείας προβαίνει, με ικανά εφόδια και από την εμπειρία, την αποκτημένη στην αθλητική περίοδο του βίου του, σε καίρια και πολύ εμπεριστατωμένη έκθεση της ουσίας και αποτίμηση της αξίας του αθλητισμού. Στο κύριο έργο του Πολιτεία γράφει: «Μετά δη μουσικήν γυμναστική θρεπτέοι οι νεανίαι» (403 c), δηλαδή πρέπει να ανατρέφονται οι νέοι όχι μόνο με καλλιέργεια πνευματική, αλλά και με άσκηση αθλητική. Προσθέτει μάλιστα:«Δει μεν δη ταύτη ακριβώς τρέφεσθαι εκ παίδων δια βίου», δηλαδή πρέπει να αρχίζει η αθλητική άσκηση του ανθρώπου στην παιδική ηλικία του και να συνεχίζεται σε όλη τη ζωή του».
Δεν περιορίζεται ο Πλάτων να επικυρώσει με τον λόγο της φιλοσοφίας την αξία της «γυμναστικής» στη ζωή του ανθρώπου, κάτι σύμφωνο με την πρακτική ήδη των Ελλήνων πριν από αιώνες, αλλά και διερμηνεύει την έκταση της συμβολής της για την ευεξία του ανθρώπου. Προς το σκοπό αυτό υποβάλλει σε κριτική τη γνώριμη στην εποχή του, αλλά και στην εποχή μας, σχηματική αντιπαράθεση της «γυμναστικής» προς τη «μουσική», όπως αντίστοιχα του σώματος προς την ψυχή, ωσάν δηλαδή η «γυμναστική» να επιδρά μόνο στο σώμα, ενώ η «μουσική» επιδρά στην ψυχή. Χαρακτηρίζει επιπόλαιη τη σχηματική αυτή αντιπαράθεση και τονίζει ότι και η «γυμναστική», όχι μόνο η «μουσική», λειτουργεί ψυχοπλαστικά_ δηλαδή, ότι ο αθλητισμός, εκτός από την έκδηλη και πανθομολογουμένη ευεργετική επενέργεια στη σωματική διάπλαση και στην υγεία του ανθρώπου, έχει επίσης πολύτιμη επενέργεια στην ψυχική του διάπλαση, και ειδικότερα στο θυμικό στοιχέιο του, καθώς τον προικίζει με καρτερία και θεληματικότητα, και με ικανότητα να υπομένει ανθεκτικά τις αντιξοότητες και να επιμένει δυναμικά στην προσπάθεια, εφόδιο χρησιμότατο για την επιτυχία στον αγώνα της ζωής.

Ύστερα όμως από την έξαρση της θετικής αξίας του αθλητισμού και για την ψυχική διάπλαση του ανθρώπου, σπεύδει ο Πλάτων να επισημάνει και τον κίνδυνο για τον χαρακτήρα του ανθρώπου από τη μονομέρεια της αγωγής του με τη γυμναστική τυχόν μόνο, εξ’ ίσου βλαπτική προς τη μονομέρεια της αγωγής του με τη «μουσική» μόνο τυχόν. Εξηγεί ότι «οι μεν γυμναστική ακράτω χρησάμενοι αγριότεροι του δέοντος αποβαίνουσιν, οι δε μουσική μαλακώτεροι αυ γίγνονται η ως κάλλιον αυτοίς» (410 d), δηλαδή όποιος έχει επιδοθεί αποκλειστικά στον αθλητισμό, χωρίς καθόλου καλλιέργεια του πνεύματος, κινδυνεύει να γίνει άνθρωπος «αγροίκος», ώστε ακαλαίσθητος, σκληροτράχηλος και βίαιος, αλλά και όποιος έχει επιδοθεί αποκλειστικά στην καλλιέργεια του πνεύματος, χωρίς καθόλου αθλητική άσκηση, κινδυνεύει να γίνει άνθρωπος «δειλός», ώστε και υπερευαίσθητος, άβουλος και άτολμος_ καθώς ο πρώτος εκτρέφει υπέρμετρα το «άγριον» στοιχείο της ψυχής, τη βουλητική δύναμη, ο δεύτερος εκτρέφει υπέρμετρα το «ήμερον» στοιχείο της ψυχής, την πνευματική ευαισθησία. Και, αφού περιγράψει και αποδοκιμάσει τις δύο αυτές ακρότητες, προτείνει ως παιδευτικό ιδανικό την όχι άμετρη και όχι αναρμόνιστη επίδοση του ανθρώπου και στην αθλητική άσκηση και στην καλλιέργεια του πνεύματος, ώστε ν’ αποκτήσει εναρμονισμένες και τις δύο κύριες ηθικές αρετές: και την ανδρεία και τη σωφροσύνη.

Δεν αγνοούσε ο Πλάτων κάποιες κρίσεις αρνητικές για τον αθλητισμό, και ιδιαίτερα για την απονομή τιμών υπέρμετρων στους πρωταθλητές, ή και γενικά για την αξία των ειδικά χαρακτηρισμένων αθλητών. Οι κρίσεις αυτές άλλωστε ήταν εκφρασμένες από διάσημους Έλληνες, και οι πιο γνωστές από τον ποιητή-φιλόσοφο Ξενοφάνη και από τον φιλοσοφημένο ποιητή Ευριπίδη. Εξ’ άλλου και γνώριζε ο Πλάτων, από άμεση εμπειρία, κάποιες τάσεις άμετρες στη «δίαιτα», δηλαδή στον τρόπο διατροφής και ζωής των αθλητών. Με τη συνθετική, λοιπόν εκπαιδευτική πρότασή του, εναρμονιστική της «γυμναστικής» προς την «μουσικήν», απαντάει έμμεσα και στους δύο διάσημους ποιητές και αυστηρούς κατηγόρους του αθλητισμού, και προσπαθεί όμως να διορθώσει τον άμετρο μάλλον τρόπο ζωής κάποιων αθλητών και προπάντων να εντάξει τον αθλητισμό στην ακέραιη τροχιά της «ορθής παιδείας». Προς τον σκοπό αυτό δεν παραλείπει και τις ρητές συμβουλές προς τους αθλητές να αποφεύγουν ότι δεν ταιριάζει γι’ αυτούς και συγκεκριμένα τη «μέθην» (403 e) και την εκζητημένη διατροφή και «δίαιταν», δεκτική του χαρακτηρισμού «υπνώδης….και σφαλερά προς υγιείαν» (403e-404a), αλλά και τα υπερεύχυμα φαγητά και υπερεύγεστα γλυκίσματα και τις ερωτικές τρυφηλότητες (404 cd).

Διαλέπει ο Πλάτων κίνδυνο εκφυλισμού του αθλητισμού από ότι ονομάζει «ποικιλίαν»- σε αντίθεση προς την «απλότητα»- δηλαδή εκτός άλλων από τις επιτηδεύσεις προς θεαματικότητα, και αξιώνει πειστικά να παραμείνει ο αθλητισμός απέριττος και γνήσια υπηρετικός της ανθρωπιστικής παιδείας, «απλή που και επιεικής γυμναστική» (404 b).
Πόσο οι σοφές αυτές παραινέσεις του Πλάτωνος ηχούν επίκαιρα!

Ο Αριστοτέλης, ο μέγας σοφός, μαθητής, μεγαλοφυής του Πλάτωνος, διδάσκει για την αθλητική άσκηση τα ίδια περίπου με τον απαράμιλλο διδάσκαλό του, αλλά με ιδιαίτερη φροντίδα να αποτρέψει τις βλαπτικές συνέπειες από καταχρήσεις της «γυμναστικής». Αποδοκιμάζει την πρόωρη άσκηση των παιδιών με αθλήματα βαριά, ως επιζήμια για την ομαλή σωματική τους ανάπτυξη, αλλά και για την αισθητική τους διάπλαση_ και συνιστάει να υποβάλονται σε αθλήματα ελαφρά τα παιδιά, έως ότου εισέλθουν στην εφηβική τους ηλικία. Ως επιχείρημα υπέρ της γνώμης αυτής, προβάλλει ότι μόλις δύο ή τρεις υπήρξαν ολυμπιονίκες ως παιδιά και ως άνδρες, ότι δηλαδή κατά κανόνα όσοι έγιναν ολυμπιονίκες στην παιδική τους ηλικία, δεν άνθεξαν ώστε να συνεχίσουν την πρωταθλητική τους επίδοση, αλλά με την πρόωρη υπερπροπόνησή τους και άκαιρη καταπόνηση του οργανισμού τους αχηστεύθηκαν για τα επόμενα χρόνια τους. Και προτείνει ως ορθή παιδεία την ακόλουθη: Αφού έχει προηγηθεί στην παιδική ηλικία επίδοση μόνο σε αθλήματα ελαφρά, χωρίς εξαναγκαστικά επιβεβλημένη δίαιτα και δίχως υπέρμετρη καταβολή μόχθου, ήδη με την είσοδο στην εφηβεία επί τρία χρόνια να επακολουθήσει επίδοσή τους σε άλλα μαθήματα, εκθρεπτικά δηλαδή της διάνοιας και της ευαισθησίας, και μόνο ύστερα από την παρεμβολή της τρίχρονης αυτής μαθητείας σε λογισμό και ποίηση και μουσική, με ολοκληρωμένη σχεδόν πια τη σωματική ανάπτυξη, αλλά και με απαρτισμένη σε κάποιο βαθμό την πνευματική διάπλαση, να επιτελείται η ανεμπόδιστη επίδοση και σε αθλήματα βαριά, καθώς και η σύστοιχή της υποβολή σε αναγκαστική δίαιτα (Πολιτικά 1338b4-1339a10).

Επιδιώκει ο Αριστοτέλης να αποφεύγεται η μονομέρεια της γυμναστικής αγωγής με παραμέληση της διανοητικής όπως και της αισθητικής αγωγής, θεωρεί μη συμβιβάσιμη της ταυτόχρονη καλλιέργεια του πνεύματος και άσκηση του σώματος («εμποδίζων ο μεν του σώματος πόνος την διάνοιαν, ο δε ταύτης το σώμα», 1339α9-10), ανησυχεί για την πρόωρη δηλαδή σε ηλικία παιδική, πρωταθλητική υπερπρόπονηση, και γενικά είναι πιο συγκρατημένος στην αποτίμηση της αξίας του αθλητισμού και ιδιαίτερα επιφυλακτικός προς την καταχρηστική λειτουργία του σε κοινωνίες στρατοκρατίας, και την υποτιθέμενη συμβολή του για τη διάπλαση ανθρώπων ανδρείων. Επιδοκιμάζει και ο Αριστοτέλης τον αθλητισμό, αλλά και διαβλέπει οξύτερα κάποιες εκτροπές του παρ’ όσον ο Πλάτων ή και ο Δημόκριτος ίσως. Αυτό εξηγείται και από το επικρατέστερο ήθος της εποχής του Αριστοτέλους. Είναι η εποχή της απαρχής του μετακλασικού Ελληνισμού. Το αγωνιστικό ήθος, το εναρμόνιο με την κοινωνία, στις κυριότερες εκδηλώσεις της εμφανίζεται μειωμένο στην Ελλάδα του Αριστοτέλους. Πολλές άλλες αξίες έχουν τότε προβληθεί στην κοινωνία, ξένες προς το αγωνιστικό ήθος. Η αλκή του σώματος και της ψυχής δεν είναι πια κύρια κοινωνική αξία. Δεν έχει εκλείψει ακόμη ο αθλητισμός από τη ζωή των Ελλήνων, αλλά δεν έχει πια ο πρωταθλητισμός όποιο γόητρο είχε στους περασμένους αιώνες. Άλλοτε η στέψη ου ολυμπιονίκη συμβόλιζε ή και σήμαινε κάτι σαν μετάληψη αθανασίας όπως εκείνη των μυθικών πρώτων ολυμπιονικών, θεών και ηρώων. Έως τον έκτο ακόμη ή και τον πέμπτο αιώνα π.Χ. οι αθλητικοί αγώνες ήταν σύμφυτοι με την θρησκευτική λατρεία. Στο πρώτο ήμισυ του πέμπτου π.Χ. αιώνα, θρησκεία και αθλητισμός και ποίηση και τέχνη αποτελούσαν οργανική ενότητα ζωής. Οι πόλεις γκρέμιζαν μέρος από τα τείχη τους για να εισέλθουν σ’ αυτές οι ολυμπιονίκες σαν ημίθεοι. Ο Πίνδαρος και ο Βακχυλίδης υμνούσαν ολυμπιονίκες ή πυθιονίκες. Ο Μύρων ο αγαλματοποιός αποθανάτιζε την κίνηση του δισκοβόλου. Ο ομότεχνός του Πολύκλειτος θέσπιζε με το άγαλμα του δορυφόρου τον «κανόνα» του πλαστουργημένου από την άθληση ανθρώπινου σώματος. Όταν φιλοσοφούσε ο Αριστοτέλης για τον αθλητισμό, δεν υπήρχαν πια η θρησκευτική βίωση και η ποιητική έξαρση των ανθρώπων, οι σύνδρομες των αθλητικών αγώνων. Άρα εξηγείται γιατί ο Αριστοτέλης στην πολιτειολογία του πραγματεύεται για τον αθλητισμό νηφάλια και πρακτικά, δίχως αναφορά σε θρησκευτικά στοιχεία του και χωρίς ποιητικούς εξωραϊσμούς του. Ότι όμως ιδιαίτερα μας ενδιαφέρει σήμερα, είναι ότι και ο ύστατος αυτός φιλόσοφος της κλασσικής Ελλάδος καταφάσκει την έμμονη αξία του αθλητισμού στην καθαρή υπόστασή του ως θεσμού πολύτιμου για την παιδεία, κοινωνική λειτουργία καίρια για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Σε τέτοια έννοια ο αθλητισμός, αποκομμένος από τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, αποτελεί σήμερα θεσμό υπερπολύτιμο για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εξ’ άλλου, και σήμερα ο αθλητισμός, ο οικουμενικός ήδη, επιβάλλεται να εμπνέεται από την ηθική ευγένεια του αρχαίου ελληνικού αθλητισμού.

Εύλογο ήδη προβάλλει το ερώτημα: Οι Ολυμπιακοί αγώνες, στοιχείο του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων, τόσο εναρμονισμένο με το πνεύμα και το ήθος τους, εξακολουθούν και στην εποχή μας να διατηρούν την αξίας τους, ώστε ν’ αποτελούν στοιχείο του πολιτισμού, του ήδη με τάσεις προς οικουμενικές διαστάσεις, αλλά και πολύ ανόμοιου προς τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων; Ιδιαίτερα, η τεχνική της εργασίας, των συγκοινωνιών, του οπλισμού, τόσο διαφορετική στην εποχή μας, δεν συνεπάγεται άραγε κρίσιμη ελάττωση της θετικής συμβολής του αθλητισμού στην ευεξία του ανθρώπου, στην λειτουργία της κοινωνία, στην ικανότητα προς άμυνά της;

Βέβαιο είναι, ότι δεν είναι δυνατόν οι Ολυμπιακοί αγώνες στην εποχή μας να αποτελούν πολύτιμο στοιχείο του πολιτισμού της ανθρωπότητας σε όποιο βαθμό και με όποιο τρόπο αποτελούσαν πριν από τόσους αιώνες στοιχείο γόνιμο και χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού.

Εξ’ άλλου, όμως βέβαιο επίσης είναι, ότι και στην εποχή μας, ενέχουν μεγάλη αξία οι Ολυμπιακοί αγώνες και συνιστούν πολύτιμο στοιχείο του πολιτισμού της ανθρωπότητας καθώς αποτελούν κορυφαία, οικουμενική σύναξη πρωταθλητών προς ανταγωνισμό προς ανταγωνισμό, και άρα παρέχουν τη δυνατότητα για την ανάδειξη της αθλητικής αριστείας σε πανανθρώπινη κλίμακα, ώστε και αποδίδουν τιμή αυθεντική στην Ιδέα του αθλητισμού.

Και ας μη παραγνωρίζουμε, ότι και στην εποχή μας η συμβολή του αθλητισμού για την ευεξία του ανθρώπου δεν έχει παύσει να είναι πολύτιμη, ότι μάλιστα έχει προσλάβει και πρόσθετη διάσταση, ως ευεργετική δηλαδή αντίδραση προς τις βλαπτικές για τον άνθρωπο υπέρμετρες ανέσεις, τις απότοκες της υπεραναπτυγμένης στην εποχή μας τεχνικής.

Και ας επιτραπεί να επαναλάβω σήμερα ότι και άλλοτε είχαν εκθέσει από τι ίδιο αυτό βήμα για τη δικαίωση του αθλητισμού, από τη σκοπιά της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας.

Ο άνθρωπος έχει από τη φύση του όχι μόνο έφεση για συντήρηση της ζωής του, αλλά και τάση προς αυτοϋπέρβαση, ανύπαρκτη και στα πιο εξελιγμένα ζώα. Οι κινήσεις του ανθρώπου διέπονται από συνειδητή ψυχική ενέργεια, και όχι από το ένστικτο απλώς, καθώς οι κινήσεις των ζώων. Αρχικά οι κινήσεις του ανθρώπου είχαν βιοσυντηρητική προπάντων σκοπιμότητα. Με την ανάπτυξη όμως του πολιτισμού, και την ελάττωση της ανάγκης των βιοσυντηρητικών επίμοχθων κινήσεων, ο άνθρωπος κινδυνεύει να περιέλθει σε κατάσταση ραστώνης, απεργαστικής βαθμιαία σωματικού εκφυλισμού. Και ιδού επεμβαίνει σωστικά για τον άνθρωπο η ψυχική τάση του προς αυτουπέρβαση και εισάγει στην ύπαρξή του σύστημα κινήσεων, καθαρών από βιοσυντηρητική σκοπιμότητα, είτε οικονομική είτε βιοαμυντική.

Οι καθαρές αυτές κινήσεις ενέχουν υπερνίκηση της ραστώνης, και αποτρέπουν άρα τον κίνδυνο καχεξίας του σώματος, αλλά και του ψυχισμού του ανθρώπου, ενώ και παροχετεύουν τον περισσευμένο δυναμισμό του, ώστε και να μη συμβαίνουν εκσπάσεις του επικίνδυνες και για τους άλλους ανθρώπους. Το σύστημα λοιπόν αυτό καθαρών κινήσεων είναι ο αθλητισμός, γέννημα του ηθικού πολιτισμού σε μια ιδιαίτερα ευτυχισμένη φάση του.

Η τάση όμως του ανθρώπου γενικά προς αυτοϋπέρβαση των όρων του βίου του, και ειδικότερα των ψυχοσωματικών επιδόσεών του, συναρτάται και προς την κοινωνικότητα, ιδιότητα συστατική επίσης του ανθρώπου, δηλαδή πραγματώνεται και προς άλλους ανθρώπους είτε παρακινείται και από άλλους ανθρώπους. Στοιχείο, άρα, του αθλητισμού, θεσμίου γεννημένου από την ψυχική τάση του ανθρώπου για την υπέρβαση των επιδόσεών του σε καθαρές κινήσεις, είναι ο λεγόμενος από τους αρχαίους Έλληνες «αγών», η άμιλλα δηλαδή.

Συμβαίνει, όμως, κάθε δράση του ανθρώπου με διάσταση κοινωνική να υπέχει και τον κίνδυνο παρεκτροπής. Άρα και ο αθλητισμός υπέχει τον κίνδυνο και ουτός προσφυγής των αθλητών σε δόλιους τρόπους. Αλλά με παρέμβαση της ηθικότητας, άλλης ανθρώπινης ιδιότητας, έστω και ως αιτήματος, θεσπίστηκε αρχαιόθεν, η αθλητική άμιλλα να διεξάγεται με τρόπους έντιμους. Δίχως την έντιμη διεξαγωγή της άμιλλας χάνει ο αθλητισμός την ηθική παράμετρο της ουσίας του. Με την εμπέδωση, όμως, της έντιμης διεξαγωγής της άμιλλας έχει λειτουργήσει ο αθλητισμός και λειτουργεί έως σήμερα και ως σχολείο ηθικής αγωγής.

Κάπως, λοιπόν, ο αθλητισμός και στην εποχή μας υπηρετεί πολλαπλά τον άνθρωπο και την κοινωνία, οι Ολυμπιακοί αγώνες παραμένουν θεσμός πολύτιμος για την ανθρωπότητα, με συμβολή άλλωστε και στην προαγωγή της φιλίας μεταξύ των λαών και στην εδραίωση της ειρήνης.

www.ime.gr
Ολυμπιακοί αγώνες κα ...
emo







































Μπές και δές . Μην τ ...
emo


Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σήμερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κίνημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος.


Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε...
μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.


Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.


Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).




Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου


Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρ­χαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.


Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.


Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.


Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.


Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.


Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).


Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.




Η αρχαιότητα του μύθου


Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.


Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.


Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.
Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.


Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]


Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.


Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.


Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]


Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.


Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.


Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]


Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.


Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».
Alberto Bernabe
Πανεπιστήμιο Compluence της Μαδρίτης
Ο Ορφικός μύθος περί ...
Κατηγορία: Φιλοσοφία
emo


Η αρχική Πελασγική θρησκεία ήταν κατά βάση φυσιολατρική, θεοποιούμενων των φυσικών δυνάμεων και νόμων. Έπλασαν τους θεούς καθ' ομοίωσιν των ανθρώπων. Καθ' όσον δε αναπτύσσετο η διάνοια των αρχαίων Ελλήνων, στους θεούς αυτούς έβλεπαν συμβολικώς τους εργάτες όχι μόνο της φυσικής αλλά και της ηθικής τάξεως.

Τοιουτοτρόπως η Δήμητρα, η Γη μήτηρ, από θεά των φυτών και της χορηγού του σίτου εγένετο η ευρέτρια και προστάτις της γεωργίας και αργότερα στα Ελευσίνια μυστήρια ο μύθος αυτής και τα εν αυτοίς δρώμενα εσυμβόλιζαν εκτός των φυσικών γεγονότων, άλλα γεγονότα σχέσιν έχοντα με την ανθρώπινη ψυχή.

Κατά τον Σπ. Νάγο, τα μυστήρια της Ελευσίνος υπήρξαν τα θεμέλια του διαφωτισμού" της ανθρωπίνης ψυχής, τα υποδείξαντα σε αυτήν το φως της σωτηρίας. η εικόνα της παλαιούσης προς το σκότος ψυχής διετυπώθη στα μυστήρια της Ελευσίνος εν πληρεστάτη περιγραφή. Η δε αποκάλυψη των μέσων με σκοπό να νικήσει κάποιος το σκότος υπεδείχθη υπό τούτων πλήρως και ιδού γιατί οι μυηθέντες ωμολόγησαν ότι ο μυηθείς στα Ελευσίνια άνθρωπος θα έχει μετά θάνατον ευδαιμονία.

Να κατανοηθούν τα απόρρητα Μυστήρια δεν ήταν δυνατόν αν ο επιθυμών τούτο δεν ήταν μυημένος σε αυτά και κατάλληλος ψυχικώς για την κατανόησή τους. Η μύηση ήταν δια σειράς δοκιμασιών βαθμιαία από βαθμού σε βαθμό με προϋπόθεση από του κατωτάτου, του εξαγνισμού και της καθ άρσεως, μέχρι του ανωτάτου, στον όποιον ο μεμυημένος ελέγετο επόπτης, δηλαδή κατείχε την εξ εποπτείας Γνώση.

Η παλαιά θρησκεία θεωρούσε θεούς και ανθρώπους αδιακρίτως ως παράγοντες της παγκοσμίου θείας φύσεως συνεξελισσομένους, τους μεν θεούς ως νόμους αύτης, τους δε ανθρώπους ως δημιουργήματα αυτής, εξελισσόμενους δι' αυτών σε θεία κατάσταση.


Αλλά τι είναι φύση; ερωτά ο Θαλής το 600 και ποια η αρχή του σύμπαντος; Απεφάνθη δε ότι αρχή του παντός είναι το ύδωρ. Ο Αναξίμανδρος το 570 είπε ότι είναι το άπειρον. Ο Ηράκλειτος το 500 το πυρ. Ο Εμπεδοκλής το 450 ο αήρ, η γη και το ύδωρ. Ο Αναξαγόρας διεκήρυξε ότι ο νους είναι η αρχική ουσία, εκ της οποίας τα πάντα προέρχονται. Τέλος ο Λεύκιππος διετύπωσε την θεωρία των ατόμων.

Εκ τούτων καταφαίνεται ότι στα μυστήρια είχε την καταγωγή της όχι μόνο η αρχαία ελληνική θρησκεία, αλλά και η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Ιδιαιτέρως δε η Πυθαγόρειος διδασκαλία.

Ο Πυθαγόρας της κοσμογονικής Μονάδος και Δυάδος εδίδαξε όχι μόνο την αθανασία της ψυχής, αλλά και την προΰπαρξη αυτής και την διαδοχικήν αυτής ενσάρκωση, πιστεύοντας ότι δια των Οργανισμών εξελίσσεται αυτή.

Το γνώθι Σαυτόν στρέφει τον άνθρωπο προς τον εσωτερικό του κόσμο, είναι καθαρά εσωτερική φιλοσοφία, αντίλαλος καλώς λειτουργούντων μυστηρίων.

Ο Σωκράτης, παλαιά ψυχή ή μεμυημένος σε Μυστήρια, καθωδηγείτο υπό θείας εμπνεύσεως και περιέσωσε το έργο του Πυθαγόρου, το ματαιωθέν υπό του σχολαστικισμού, του Εκκλησιαστι κισμού και του Στρατιωτικισμού.

Ο Πλάτων όπως και ο Σωκράτης, εδίδασκε την έρευνα του ηθικού σκοπού της δημιουργίας και την συμμόρφωση της ανθρωπίνης λογικής προς αυτόν. Eπίστευε ότι ο άνθρωπος είναι συμβολική εικόνα του θεού, όταν άριστα εκτελεί την ηθική και θεία αποστολή του. Ή δε αληθής γνώση (Αλήθεια) είναι έλλαμψις, φωτισμός θεόθεν.

Είναι γεγονός ότι διδασκαλίες και δοξασίες ως άνω προέρχονται μυστηριακώς μεν υπό του Ορφέως, συμβολικώς δε υπό του Πυθαγόρου και επιστημονικώς (κατά την εσωτερική επιστήμη) υπό του Πλάτωνος.

Μέγα δίδαγμα του Πλάτωνος είναι ότι για να αυξάνει της ψυχής μας η ομοιότης με την θεότητα, πρέπει να ζούμε εναρέτως, για να πορευθεί η ψυχή μας προς την ανάλογη γι' αυτήν ευδαιμονία. Ή αρετή είναι η υγεία, η τάξη και αρμονία της ψυχής. Επίσης μεγίστη σημασία απέδιδε ο Πλάτων στους στοχασμούς μας, διότι γνώριζε ότι οι στοχασμοί του ανθρώπου λαμβάνουν υλική υπόσταση ανάλογη, καλή ή κακή.

Εκ της θεωρίας αυτής ο Αριστοτέλης διετύπωσε την διδασκαλία του περί ανελίξεως των πάντων δια των κοσμογονικών νόμων της φύσεως και της δυναμικής εκδηλώσεως και εξελίξεως αυτών, με την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι εν μικρογραφία το Σύμπαν.

Ο, τι έλεγε ο Πλάτων Ύλη, ο Αριστοτέλης έλεγε Δύναμη. Ο,τι ο Πλάτων έλεγε Ιδέα, ο Αριστοτέλης έλεγε Ενέργεια. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την πραγματικότητα ως αποτέλεσμα Δυνάμεως και Ενεργείας και εδίδασκε ότι η Φύση, ανελισσομένη πορεύεται προς την εκπνευμάτωση και η θεία Δημιουργία εξελισσόμενη έχει ως αποτέλεσμα την θεία Πνευματικότητα.

Όταν ο Σωκράτης καθιέρωσε την σπουδαιότητα της ηθικής ως πρακτικό σκοπό πάσης φιλοσοφίας, οι άνθρωποι έστρεψαν την προσοχή τους προς αυτήν με αποτέλεσμα την Στωική διδασκαλία.

Επί 400 χρόνια το υπέροχο τούτο σύστημα, διδαχθέν υπό του Ζήνωνος, του Χρυσίππου, του Κλεάνθους, του Επικτήτου και των διαδόχων τους, παρήγαγε τους μάλλον υπέροχους χαρακτήρες. Οι Στωικοί δια της απλότητος και ειλικρίνειας του βίου, απέδειξαν ότι πράγματι ήσαν ό,τι συμβούλευαν τους άλλους, να είναι Άρχοντες της ψυχής τους.

Ή στωική πίστη, όπως την διετύπωσε ο Επίκτητος δέχεται ότι ο Θεός είναι ο Λόγος, Δημιουργός των πάντων και πατήρ των ανθρώπων (πρόγονος). τρεις βαθμίδες οδηγούν τον άνθρωπο προς την τελειότητα: Διαυγής Νους, Υγιής Πόθος και Αγαθή Δράση. Εάν θέλεις να μην είσαι δούλος, έλεγαν, φρόντιζε να μην έχεις κανέναν δούλο σου. Διότι εάν ανέχεσαι να έχεις δούλους είναι τεκμήριο ότι είσαι συ πρώτος δούλος της δουλείας την οποίαν εξασκείς στους άλλους. ο Στωικός είναι απέριττος, κύριος εαυτού, δούλος ουδενός, κόλαξ ουδενός, τύραννος ουδενός και ολιγαρκής.

Την Πλατωνική φιλοσοφία παλινώρθωσε το 200 ο Αμμώνιος Σακκάς στην Αλεξάνδρεια. ο Πλωτίνος ο οποίος εκλήθη το ύστατον Φως της Ελλάδος ήταν μαθητής του Αμμωνίου. Οι θεμελιώδεις αρχές του νεοπλατωνισμού κατά τους ανωτέρω είναι: Ενότητα και Αγαθότητα του θεού. σφαίρες υποστάσεως, εκπορευόμενες εκ του θεού. ο άνθρωπος είναι μικροσκοπική άναπαράσταση του Σύμπαντος.

Ή ψυχή προϋπήρχε του σώματος, εξακολουθεί να υπάρχει μετά τον θάνατο του και ενσαρκώνεται σε νέο σώμα, εξελισσόμενη δια των οργανισμών. Ή ψυχή είναι προορισμένη για την θέωση και ο νους φωτίζεται δια ελλάμψεως. Ή ψυχή δύναται να έλθει σε έκσταση εσωτερικώς ενουμένη με τόν θεό. Οι διαβαθμίσεις της υποστάσεως είναι: Θεός - Νους - Ψυχή - Λόγος - Αίσθηση - Ζωτικότητα - Ύλη. ο Πλωτίνος δίδει την κάτωθι εντολή σε κάθε άνθρωπο, επιθυμούντα να βαδίσει σε μία πραγματική ψυχική εξέλιξη:

Καθάρισον την ψυχήν σου από πάσης φρούδης ελπίδος και από παντός φόβου περί ανθρωπίνων πραγμάτων και τότε ο ενδότερος οφθαλμός σου θα αρχίσει να βλέπει την ευθείαν οδόν.

Ενθυμού ότι η αγάπη είναι ο σωτήρ σου και ο φρουρός σου. "Ανευ της αγάπης ο κεντρόφυξ νόμος θα εξεσφενδόνιζε την ψυχήν σου εις πας παγερωτέρας της εξωτέρας ζώνης.

Μη λησμονεί ότι υπεράνω της λογικής είναι η Διαίσθησις και ότι το θείον φως, δια της διαισθήσεως, έρχεται πληρούν την καρδίαν γηθοσύνης. θαύμαζε το κάλλος, την συμμετρίαν και την τάξιν τον υλικον κόσμον ίνα αισθανθείς αγάπην προς τον πνευματικόν κόσμον, τον οποίον ο ολικός είναι απλή αναπαράστασις και ατελής εικών.

Ζήτει την πληρεστέραν απεικόνισιν τον πνευματικού κόσμον εις τον υλικόν, Ίνα μη φοβήσαι περί της τύχης του ατόμου σον.

Εκ των ανωτέρω δύναται τις να συμπεράνει ότι η αρχαία Ελληνική θρησκεία και φιλοσοφία έχουν κοινή την καταγωγή εκ του αδύτου των μυστηρίων. Για τούτο πάντες οι συγγραφείς μετά σεβασμού ομιλούσαν περί αυτών.

Άκρως αντίθετος υπήρξεν η Ιδέα περί των μυστηρίων και ιδίως των Ελευσίνιων, την οποίαν εσχημάτισαν οι πατέρες της χριστιανικής θρησκείας, Ιδίως δε της Λατινικής εκκλησίας, λόγω των μικρών γνώσεων, τις οποίες είχαν σε σχέση προς τα Μυστήρια και λόγω της τερατώδους μεταμορφώσεως, την οποίαν υφίσταντο οι περιγραφές τους, έως ότου φθάσουν μέχρι των “αγίων” τους εδρών.


Περιοδικό Ιδεοθέατρον
Ποιός είναι ο συμβολ ...
Κατηγορία: Φιλοσοφία
emo
















































Σεξουαλικά οπίσθια .
emo


Το 1992 η Εφορία Σπηλαιολογίας με επικεφαλής τον κ. Αδαμάντιο Σάμψων, ξεκίνησε ανασκαφές στο σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα της Αλοννήσου, ένα πολύ εντυπωσιακό σπήλαιο με ωραίο διάκοσμο, το οποίο επιφανειακά παρουσίαζε ευρήματα από το τέλος της 7ης χιλιετίας και κάποια νεώτερα της ρωμαϊκής περιόδου. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι .... στην περιοχή υπήρξε κατοίκηση από τη μεσολιθική εποχή που χρονολογείται από την 9η χιλιετία, συγκεκριμένα από 8500-6700 π.Χ. Σημαντικό εύρημα είναι το κεραμικό όστρακο, ένα κομμάτι αγγείου της εποχής του 5.000 π.Χ. περίπου,
το οποίο έχει επάνω εγχάρακτα σύμβολα.

Οι επιστήμονες απέκλεισαν το ενδεχόμενο να είναι διακοσμητικά στοιχεία, διότι ο τρόπος που γίνεται η διακόσμηση είναι γνωστός. Την περίοδο αυτή η διακόσμηση είναι γεωμετρική και έχει κανονικότητα. Τα εγχάρακτα σύμβολα που φέρει θυμίζουν αυτά της ξύλινης πινακίδας που βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς (5.260 π.Χ.). Μάλιστα πρόσφατα στην ίδια περιοχή βρέθηκε και ένα εγχάρακτο όστρακο, το οποίο φέρει τα ίδια σύμβολα.
Στην ίδια περίοδο ανήκουν επίσης και ορισμένα εγχάρακτα σύμβολα - γράμματα πάνω σε πηλό από την Βουλγαρία και την Ρουμανία. milosostrakokeramikoΤα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου ΜΝΚΧΞΠΟΕ σε αγγεία της Μήλου της 3ης χιλιετίας π.Χ Στην υπό εξέταση εποχή βρέθηκαν παρόμοια εγχάρακτα σύμβολα - γράμματα στην Μακεδονία, στο Αιγαίο, στη Βουλγαρία, στην Ρουμανία και πιθανόν και σε άλλους χώρους στα Βαλκάνια.

Στους μεταγενέστερους χρόνους οι γραφές της Γραμμικής Α ή Β έχουν εντοπιστεί σε περιορισμένους χώρους. Η Γραμμική Β συναντάται κυρίως στον Μυκηναϊκό κόσμο και η Γραμμική Α στην Κρήτη. Σε προϊστορικές ανασκαφές μέχρι τώρα βρέθηκαν νεολιθικά όστρακα αγγείων με εγχάρακτα σύμβολα, που μέχρι πρόσφατα οι επιστήμονες τα ονόμασαν "σύμβολα κεραμέων", τα οποία μπορεί να έχουν σχέση με την προαναφερθείσα γραφή.
Ο κ. Σάμψων σημείωσε πως πρέπει να επανεξεταστούν υπό το φως των νέων ευρημάτων. Από το 5000 που έρχονται στην επιφάνεια όστρακα με σύμβολα, μέχρι την Γραμμική γραφή Α' και Β' - δηλαδή γύρω στο 1500 π.Χ- μεσολαβεί ένα μεγάλο κενό γύρω στα 3500 χρόνια. Στην πραγματικότητα δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλο το κενό, διότι υπάρχουν επίσης "σύμβολα κεραμέων" στην Πρωτοελλαδική εποχή (3η χιλιετία) και στην Μεσσοελλαδική (2η χιλιετία). Πολύ πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στην Μήλο ένα τεράστιο σύνολο αγγείων από τάφο της πρωτοκυκλαδικής περιόδου (3η χιλιετία).

Πολλά από αυτά είχαν επάνω σύμβολα - γράμματα που μοιάζουν καταπληκτικά με Ελληνικά γράμματα : ΜΝΧΚΞΠΟΕ. Σύμφωνα με τον κ. Σάμψων, καλό είναι να μην πιστεύουμε ότι η γραφή στους προϊστορικούς χρόνους, είναι κτήμα όλων των ανθρώπων. Οπως έχει διαπιστωθεί, στην Μυκηναϊκή η Γραμμική Β' αποτελούσε μία λογιστική γραφή των ανακτόρων.
O πολιτισμός σε νησιά του Αιγαίου από την μεσολιθική εποχή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες ήταν αυτόχθονες και δεν προήλθαν από φύλα που ήρθαν από τον Βορρά ή την Ανατολή. Ο προϊστοριολόγος Δ. Θεοχάρης είχε υποστηρίξει και αυτός την αυτόχθονη εξέλιξη (γεγονός που απέδειξε ο παλαιοανθρωπολόγος Α. Πουλιανός με τα ευρήματά του).

Υπάρχουν βεβαίως θεωρίες που υποστηρίζουν, ότι στους απώτατους προϊστορικούς χρόνους υπήρξαν μετακινήσεις φυλών από την Αφρική ή την Ασία προς την Ευρώπη, αυτό όμως δεν αποκλείει την πιθανότητα να υπήρχε αυτόχθων πληθυσμός καθώς υπάρχουν πλήθος παλαιοντολογικών ευρημάτων. Ακόμη όμως και αν ήρθαν κάποιοι είτε από τον Βορρά είτε από τον Νότο, θα ήταν ελάχιστοι και δεν θα επηρέασαν τον αυτόχθονα πληθυσμό.
Ίσως τα νέα επιτεύγματα της νεολιθικής περιόδου να ήρθαν από την Ανατολή με επαφές ή να προήλθαν από παράλληλη εξέλιξη. Η αρχαιολογική σκαπάνη στα Γιούρα της Αλοννήσου έφερε στο φως πρωτότυπα, πλούσια και σπάνια ευρήματα. Εκεί εμφανίζεται ένας καινούριος πολιτισμός από το 9.000 π.Χ., ο αρχαιότερος στο Αιγαίο σύμφωνα με τις έρευνες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Η χρονολόγηση των ευρημάτων έδειξε, ότι έχουμε μία συνεχή κατοίκηση 5.000 ετών, από το 9.000 εως το 4.000 π.Χ. opsidian_lepidaΔιαπιστώνουμε ότι από την μεσολιθική ήδη περίοδο στο Αιγαίο κατοικούν άνθρωποι, που ασχολούνται μάλιστα ιδιαίτερα με την θάλασσα. Είναι μία φάση, κατά την οποία ο άνθρωπος εκτός από κυνηγός είναι και ψαράς. Έχουν βρεθεί τεράστιοι όγκοι ψαριών μέσα στο σπήλαιο και περίπου 60 αγκίστρια, ευρήματα σπάνια, καθώς μέχρι σήμερα στον Ελλαδικό χώρο έχουν βρεθεί ελάχιστα και πολύ νεώτερης εποχής.

Ήδη, δηλαδή από την 9η χιλιετία, ο άνθρωπος είναι ένας "επαγγελματίας" ψαράς και βασίζει την διατροφή του κατά ένα μεγάλο μέρος στην θάλασσα. Ανάλογα τέτοια ευρήματα δεν υπάρχουν πουθενά μέχρι σήμερα στην Μεσόγειο. Eνδεικτικό της ανάπτυξης του ανθρώπου της εποχής εκείνης είναι και το γεγονός ότι βρέθηκαν σπόνδυλοι ψαριών που υπολογίζεται ότι ζύγιζαν 100 με 200 κιλά. Τόσο μεγάλα ψάρια δεν αλιεύονται εύκολα από την ακτή.
Πρέπει λοιπόν οι άνθρωποι της εποχής να διέθεταν αξιόλογα σκάφη και να ήταν έμπειροι ναυτικοί, αφού, ως γνωστόν, το Αιγαίο είναι δύσκολη θάλασσα και απαιτεί επιδεξιότητα. Επιπλέον ο οψιδιανός της Μήλου, που βρίσκεται στα Γιούρα, δείχνει την ύπαρξη ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο.
Εκτός από τα μεσολιθικά, τα οποία πηγαίνουν την προϊστορία 3.000 χρόνια πίσω, αφού είναι τα πιο παλιά που έχουν βρεθεί στον χώρο αυτό, βρέθηκαν λείψανα κατοίκησης της νεολιθικής περιόδου από το 6500 μέχρι το 4500 π.Χ. Σημαντικά είναι τα ευρήματα της Μέσης Νεολιθικής (5800 - 5300 π.Χ.).

Σ' αυτή την φάση έχουμε καταπληκτικά αγγεία με διακόσμηση, η οποία μιμείται σχέδια της υφαντικής ή της κεντητικής τέχνης εκείνης της εποχής και θεωρείται μοναδική μέχρι σήμερα. Δεν έχουν βρεθεί πουθενά αλλού εκτός από τα Γιούρα και ένα νησάκι δίπλα, την Κυρά Παναγιά. Η μεσολιθική περίοδος στον ελλαδικό χώρο είναι πολύ καινούρια. Ενώ μέχρι πρόσφατα γνωρίζαμε μία-δύο θέσεις της εποχής αυτής, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν συνεχώς. Πραγματικά η μεσολιθική εποχή αρχίζει να φωτίζεται και δείχνει, παρ' ότι είναι τόσο πρώιμη, να είναι πολύ ανεπτυγμένη πολιτιστικά. Αυτό φαίνεται από τα Γιούρα αλλά και μία πρόσφατη έρευνα στην Κύθνο, όπου ανακαλύφθηκε υπαίθριος χώρος κατοίκησης και ένα νεκροταφείο της μεσολιθικής περιόδου. Οι άνθρωποι δείχνουν να έχουν καθορισμένους τρόπους ταφής και επιδεικνύουν σεβασμό στους νεκρούς. Φαίνεται ότι επρόκειτο για οργανωμένη κοινωνία με κάποιες αρχές.

Μέχρι πρόσφατα υπήρχε μία θεωρία, ότι μετά την παλαιολιθική εποχή η Ελλάδα ήταν έρημη και την κατοίκησαν άνθρωποι που ήρθαν δια θαλάσσης από την Μέση Ανατολή. Αυτό είναι πάρα πολύ ακραίο και παρόμοιες θεωρίες είναι πολύ επικίνδυνες, γιατί μπορεί να υποκρύπτουν και πολιτικές σκοπιμότητες. Οι ανασκαφές που γίνονται τελευταία δείχνουν ότι μετά το τέλος της Παλαιολιθικής ακολουθεί άμεση εξέλιξη προς την Μεσολιθική.

thiva-hellas.blogspot.gr/2012/06/2500.html
Το ελληνικό αλφάβητο ...
emo












































Κρυφή κάμερα στη Ρωσ ...
emo





























Στάση ζωής !
emo


Το έργο του ελληνολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού, με τίτλο «Εις τους απαίδευτους κύνας» (Προς τα αμόρφωτα σκυλιά -δηλαδή τους αμόρφωτους κυνικούς φιλόσοφους), είναι ένα κείμενο σεβασμού για τον φιλόσοφο Διογένη τον Κυνικό, ενώ ταυτόχρονα αποδοκιμάζει τους διαδόχους του, τους λεγόμενους ψευδοκυνικούς. Είχε προηγηθεί ένας μακροσκελής λόγος με τίτλο «Κατά του κυνικού Ηράκλειου, σχετικά με το πώς πρέπει να εφαρμόζεται ο Κυνισμός και το αν ταιριάζει να πλάθει μύθους ο κυνικός».

Η έντονη απάντηση του Ιουλιανού στους σαρκασμούς του Ηράκλειου του Κυνικού εναντίον των θεών, δεν στάθηκε ικανή να σταματήσει την ασεβή και αρνητική στάση των κυνικών, που συνέχισαν να βάλλουν εναντίον κάθε παραδοσιακού πολιτιστικού στοιχείου, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια της φιλοσοφίας, ενώ δεν δίσταζαν ν’ αμφισβητήσουν ακόμη και τους ιδρυτές της δικής τους φιλοσοφικής σχολής. Το σκάνδαλο, που είχε πρόσφατα προκαλέσει κάποιος κυνικός αιγυπτιακής καταγωγής, δίνει στον αυτοκράτορα την ευκαιρία ν’ ασχοληθεί με το παράδειγμα του Διογένη, του οποίου είχε κατηγορηθεί η μωροφιλοδοξία και η ματαιοδοξία. Παρ’ όλο που ο λόγος «Εις τους απαίδευτους κύνας» απευθυνόταν γενικώς στους εκπροσώπους της σχολής, ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν και ο Νείλος, ο αποδέκτης της επιστολής 82 του Ιουλιανού, ο οποίος ωστόσο, όπως προκύπτει από την προς αυτόν επιστολή, είναι προχωρημένης ηλικίας και μέλος της Ρωμαϊκής Συγκλήτου.

Αποδίδοντας στη ματαιοδοξία τον θάνατο του Διογένη, ο οποίος πέθανε τρώγοντας ωμό χταπόδι, κάποιος κυνικός θεώρησε καλό να στηριχτεί στο στοιχείο αυτό για να υπονομεύσει το κύρος των διδαγμάτων της Στοάς και να υποστηρίξει, κατ’ αντίθεση προς τον Αντισθένη και τον ίδιο τον Σωκράτη, πως «ο θάνατος είναι κακό». Για τον Ιουλιανό ωστόσο η αρρώστια είναι πιο τρομερή -εξ ου και η παρέκβαση που αναφέρεται στην κακή χρήση των ασθενειών, τις οποίες οι πλούσιοι αντιμετωπίζουν ως ηδονή. Ο αυτοκράτορας θα παρουσιάσει λοιπόν δημόσια ό,τι γνωρίζει για τους κυνικούς, έχοντας στο μυαλό του όσους σκέφτονταν ν’ ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη φιλοσοφία ζωής.

Παρά τις αυξημένες υποχρεώσεις του με τις προετοιμασίες για τον πόλεμο εναντίον του Σαπώρ Β’, τις πολιτικές και στρατιωτικές δραστηριότητες πριν από την αναχώρησή του, που έλαβε χώρα στις 21 Ιουνίου 362, ο Ιουλιανός έχει τον χρόνο και τη διάθεση να συνθέσει τον λόγο «Εις τους απαίδευτους κύνας». Σύμφωνα με τα στοιχεία από το ίδιο το κείμενο (ο αντίπαλος του διστάζει να πλυθεί με κρύο νερό, παρ’ όλο που πλησιάζει η 21 Ιουνίου, μέρα του θερινού ηλιοστασίου), ο αυτοκράτορας θα πρέπει να συνέθεσε στην Κωνσταντινούπολη το έργο τούτο, που, κατά τη δήλωσή του, τον απασχόλησε για δυο μόνο μέρες, ελάχιστο καιρό πριν την αναχώρησή του, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου, λίγο πριν τη θέσπιση του νόμου που απαγόρευε στους χριστιανούς να ασχολούνται με τη διδασκαλία των κλασικών κειμένων.

Εις τους απαίδευτους κύνας
«Άνω ποταμών», λέει η παροιμία. Υπάρχει κυνικός που λέει πως ο Διογένης είναι κενόδοξος και πως δεν θέλει να πλένεται με κρύο νερό, παρ’ όλο που είναι άνθρωπος κατάγερος, όλο σφρίγος και πάνω στην ακμή του. Φοβάται, λέει, μην κρυολογήσει και μάλιστα τη στιγμή που ο ήλιος πλησιάζει προς το θερινό ηλιοστάσιο. Αλλά ειρωνεύεται τον Διογένη επειδή έφαγε ένα χταπόδι και λέει πως τιμωρήθηκε για την κενοδοξία και την παλαβομάρα του, σαν να είχε πεθάνει πίνοντας το κώνειο. Τόσο, όμως «προχώρησε στον δρόμο της αρετής», που ξέρει πια ότι ο θάνατος είναι κακό! Πράγμα ακριβώς το οποίο ο σοφός Σωκράτης, και μετά απ’ αυτόν ο Διογένης, ομολογούσαν πως αγνοούν. Γιατί λένε πως, όταν ο Αντισθένης έπασχε από χρόνια και αθεράπευτη αρρώστια, ο Διογένης του έφερε ένα ξίφος και του είπε: «Αν χρειάζεσαι τη βοήθεια κάποιου φίλου…». Τούτο σημαίνει πως ο θάνατος δεν ήταν για εκείνον κάτι φοβερό ούτε και οδυνηρό. Εμείς, όμως, που απ’ αυτόν κληρονομήσαμε το ραβδί του φιλοσόφου, ξέρουμε θετικότερα πως ο θάνατος είναι κακό πράγμα και μπορούμε να πούμε πως η αρρώστια είναι ακόμα πιο φοβερή από τον θάνατο, αλλά και το να κρυώνεις είναι ακόμη πιο οδυνηρό από την αρρώστια. Γι’ αυτό και τον άρρωστο τον περιποιούνται τόσο, ώστε μερικές φορές η αρρώστια του καταντά ευχαρίστηση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν είναι πλούσιος. Έτσι, μα τον Δία, απόρησα κάποτε που είδα ανθρώπους να αισθάνονται πιο άνετα, όταν αρρωσταίνουν, παρά όταν είναι καλά, παρ’ όλο που ζούσαν με μεγαλοπρέπεια και με όλα τα καλά τους. Έφτασα, μάλιστα, μέχρι το σημείο να πω σε ορισμένους φίλους μου πως τους ταιριάζει καλύτερα η κατάσταση του υπηρέτη παρά του αφέντη, και θα ήταν προτιμότερο να ζούσαν φτωχοί, γυμνοί σαν τον κρίνο, παρά με όλα τα πλούτη που έχουν τώρα· έτσι θα σταματούσαν τουλάχιστον να είναι συνέχεια άρρωστοι και χαϊδεμένοι ταυτόχρονα. Γιατί είναι γεγονός πως υπάρχουν μερικοί που το θεωρούν ωραίο πράγμα όταν αρρωσταίνουν να νοσηλεύονται επιδεικτικά. Ο άνθρωπος, όμως, που υποφέρει από το κρύο και με κόπο ανέχεται τη ζέστη, δεν βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από τον ασθενή; Γιατί υποφέρει χωρίς να έχει γιατρειά.

Ας αναφέρουμε όμως εδώ δημόσια όσα διδαχτήκαμε από τους δασκάλους μας για τους κυνικούς, εξετάζοντας εκείνους που ασπάζονται τούτο τον τρόπο ζωής. Αν τώρα κατορθώσω να τους πείσω, γνωρίζω πολύ καλά πως οι σημερινοί οπαδοί του Κυνισμού δεν πρόκειται να γίνουν χειρότεροι· αν πάλι δεν τους πείσω και κατορθώσουν να επιδείξουν κάποια πράξη σοβαρή και αξιόλογη, που θα αντικρούσει τον λόγο μου, όχι όμως με λόγια αλλά με έργα, δεν πιστεύω πως ο λόγος μου θα τους σταθεί εμπόδιο. Αν τέλος, από λαιμαργία ή μαλθακότητα ή -για να πω το κυριότερο με δυο λόγια- από δουλικότητα προς τις σωματικές απολαύσεις, αρχίσουν να υποτιμούν όσα λέω και το γυρίσουν εκ των προτέρων στην ειρωνεία -όπως κάνουν κάποτε τα σκυλιά που κατουρούν μπροστά στις πόρτες των σχολείων ή των δικαστηρίων- τότε «τον Ιπποκλείδη δεν τον νοιάζει»*· έτσι κι εμάς λίγο μας ενδιαφέρει η κυνική συμπεριφορά τους. Ας γυρίσουμε όμως τώρα εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, για ν’ αναπτύξουμε το θέμα μας με κάποια σειρά, ώστε αποδίδοντας στο κάθε ζήτημα την αξία που του ταιριάζει, καλύτερα να επιτύχουμε εμείς τον σκοπό μας κι εσείς ευκολότερα να με παρακολουθήσετε. Έτσι λοιπόν, αφού ο Κυνισμός έτυχε να είναι φιλοσοφικό σύστημα, όχι το χειρότερο και το πιο δυσφημισμένο αλλά εφάμιλλο με τα καλύτερα, πρέπει να πούμε πρώτα μερικά λόγια για την ίδια τη φιλοσοφία.
[*]

Η δωρεά που οι θεοί πρόσφεραν στους ανθρώπους με τη μεσολάβηση του Προμηθέα, η λαμπρή φωτιά που προέρχεται από τον Ήλιο και εν μέρει από τον Ερμή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο νους και η λογική. Γιατί είναι αλήθεια πως ο Προμηθέας -η Πρόνοια δηλαδή που κυβερνά κάθε τι θνητό και εμφύσησε στη φύση, σαν πρώτη αρχή, μια πνοή θερμότητας- μετέδωσε στα πάντα την άυλη λογική. Το κάθε τι πήρε τη μερίδα που μπορούσε: Τα άψυχα πήραν μόνο την εξωτερική εμφάνιση, τα φυτά τη σωματική υπόσταση, τα ζώα την ψυχή· ο άνθρωπος όμως πήρε ψυχή λογική. Υπάρχουν μερικοί που νομίζουν πως όλ’ αυτά τα είδη είναι από φυσικού τους όμοια· άλλοι πάλι, πως διαφέρουν κατά το γένος. Δεν ήρθε όμως ακόμα η στιγμή να τα εξετάσουμε, ή μάλλον δεν πρόκειται να εξετάσουμε σ’ αυτό τον λόγο παρά μόνο το αν είναι η φιλοσοφία -όπως υποθέτουν μερικοί- τέχνη των τεχνών και επιστήμη των επιστημών ή αν είναι το «να μοιάσουμε στους θεούς κατά το μέτρο του δυνατού», ή αν μπορεί να τη θεωρήσει κάποιος πως είναι, όπως το είπε ο Πύθιος θεός, το «γνώθι σαυτόν». Εξ άλλου δεν απομακρυνόμαστε από το θέμα μας, γιατί όλα τούτα είναι σχετικά μεταξύ τους και στενά συνδεδεμένα.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το «γνώθι σαυτόν», γιατί πρόκειται ακριβώς για θεϊκή εντολή. Εκείνος, λοιπόν, που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και την ψυχή και το σώμα του. Αλλά δεν αρκεί να γνωρίζει μόνο πως ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα, παρά να δει και από τι αποτελείται τούτη η ψυχή και στη συνέχεια να εξετάσει τι δυνατότητες έχει. Αλλά ούτε κι αυτό θα του είναι αρκετό· θα πρέπει να ερευνήσει αν υπάρχει μέσα μας κάποιο στοιχείο ανώτερο από την ψυχή, στοιχείο που, παρ’ ότι δεν γνωρίζουμε τι είναι, έχουμε την πεποίθηση και πιστεύουμε πως είναι κάτι θεϊκό, και όλοι μας υποθέτουμε πως έχει την έδρα του στον ουρανό. Προχωρώντας, θα μπορέσει να ερευνήσει και την ουσία του σώματος, αν δηλαδή είναι απλή ή σύνθετη· συνεχίζοντας θα μελετήσει την αρμονία του και τα ευαίσθητα σημεία του καθώς και τις δυνατότητές του και γενικά όλα όσα χρειάζονται για τη διατήρησή του. Ύστερα θα στρέψει την προσοχή του προς τις βασικές αρχές ορισμένων επιστημών, που βοηθούν στη συντήρηση του σώματος, όπως η ιατρική, η γεωργία και μερικές άλλες. Οπωσδήποτε, όμως, δεν θα πρέπει να αγνοήσει τελείως και κάποια από εκείνα τα άχρηστα και περιττά, εφόσον και τούτα έχουν σκοπό να εξυπηρετούν την ευαισθησία της ψυχής. Πάντως δεν θα επιμείνει πολύ σ’ αυτό το σημείο, γιατί θα το θεωρήσει υποτιμητικό και θα αποφύγει να ερευνήσει εκείνα που φαίνονται πως χρειάζονται πολύ κόπο· συνολικά, δεν θα αγνοήσει ούτε σε τι συνίστανται ούτε σε ποιο μέρος της ψυχής ταιριάζουν. Σκέψου, τώρα, η εντολή «γνώθι σαυτόν» πόσες επιστήμες και πόσες τέχνες απαιτεί, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει και τις παγκόσμιες αρχές· αφ’ ενός δηλαδή τα θεϊκά στοιχεία τα οποία προέρχονται από το θεϊκό κομμάτι που υπάρχει μέσα μας και αφ’ ετέρου τα θνητά στοιχεία τα οποία προέρχονται από την ίδια μας τη φύση που είναι θνητή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τον χρησμό της Πυθίας, ο άνθρωπος είναι πλάσμα που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο καταστάσεις: Τη θνητή ως προς το άτομό του, και την αθάνατη ως προς το σύνολο, και ότι, ενώ είναι ένας, ταυτόχρονα αποτελείται από ένα μέρος θνητό και ένα αθάνατο.

Το να μοιάσουμε με τον θεό δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο παρά το να αποκτήσουμε την ανώτατη γνώση για τα όντα, στην οποία μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι. Η ανάπτυξη που θα κάνω αμέσως πιο κάτω, θα σας το αποδείξει. Δεν μακαρίζουμε τους θεούς ούτε για τα πλούτη τους ούτε για τους θησαυρούς τους ούτε για κανένα άλλο προσόν απ’ όσα συγκαταλέγουμε ανάμεσα στα αγαθά, αλλά για εκείνο που λέει ο Όμηρος: «Οι θεοί τα γνωρίζουν όλα». Και αλλού πάλι σχετικά με τον Δία: «Μα ο Δίας, που πρώτος γεννήθηκε, ήξερε τα περισσότερα». Γιατί, ως προς τη γνώση, διαφέρουν από εμάς οι θεοί. Και το μεγαλύτερο ίσως καλό που έχουν είναι ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους. Και επειδή η ουσία τους είναι ανώτερη από τη δική μας, με το να γνωρίζουν τον εαυτό τους, υπερέχουν και στη γνώση του καλού. Ας μην επιχειρήσει κανείς να χωρίσει την επιστήμη σε πολλούς κλάδους ή να τη διαιρέσει σε πολλά μέρη· το κυριότερο, να μην προσπαθήσει να παρουσιάσει σαν πολλά ό,τι είναι ένα. Γιατί όπως η αλήθεια είναι μία, το ίδιο είναι και η φιλοσοφία. Ας μη μας φαίνεται παράξενο, λοιπόν, ότι φτάνουμε σ’ αυτήν από πολλούς δρόμους. Γιατί αν κάποιος ξένος ή, μα τον Δία, κάποιος από τους παλιούς, ήθελε να γυρίσει στην Αθήνα, θα μπορούσε να πάει είτε από ξηρά είτε από θάλασσα. Αν τώρα πήγαινε από ξηρά, μπορούσε να πάρει ή τον μεγάλο δημόσιο δρόμο ή τους μικρούς, τους συντομότερους. Μπορούσε φυσικά να πάει και με καράβι, ταξιδεύοντας γιαλό γιαλό ή και να μιμηθεί τον γέροντα της Πύλου «κόβοντας απ’ τ’ ανοιχτά».

Και μη μου πείτε πως μερικοί απ’ όσους ήρθαν από τους δρόμους τούτους περιπλανήθηκαν και πως, μια και στάθηκαν κάπου αλλού, είτε γιατί τους έκανε κέφι είτε γιατί νόμισαν πως έπρεπε να σταθούν είτε γιατί τους τράβηξε κάτι άλλο -όπως η Κίρκη ή οι Λωτοφάγοι- αρνήθηκαν στη συνέχεια να συνεχίσουν τον δρόμο τους και να φτάσουν στο τέρμα του. Δεν έχει παρά να σκεφτεί κανείς τους αρχηγούς της κάθε σχολής, και θα διαπιστώσει πως συμφωνούν όλοι. Έτσι, ενώ ο θεός των Δελφών προστάζει «γνώθι σαυτόν», ο Ηράκλειτος λέγει: «Αναζήτησα τον εαυτό μου».

Όμως ο Πυθαγόρας και οι διάδοχοι του μέχρι τον Θεόφραστο, όλοι ζητούν, όπως άλλωστε και ο Αριστοτέλης, να μοιάσουμε όσο γίνεται στον θεό, γιατί κάποτε γινόμαστε εμείς αυτό που ο θεός είναι πάντα. Είναι γελοίο να ισχυριζόμαστε πως ο θεός δεν γνωρίζει τον εαυτό του -γιατί δεν θα ήξερε τίποτε για τους άλλους, αν αγνοούσε τον εαυτό του. Επομένως, ο θεός είναι τα πάντα, εφόσον μέσα στον ίδιο τον εαυτό του και κοντά του βρίσκεται η αρχή όλων των όντων, είτε είναι η αιώνια αρχή των αθάνατων όντων είτε η αρχή των θνητών όντων, που δεν είναι εφήμερη ή συμπτωματική, αλλά αιώνια και μόνιμη και που προδικάζει τη συνεχή γένεσή τους. Αλλά το θέμα τούτο είναι πολύ μεγάλο.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως η αλήθεια είναι μία και η φιλοσοφία μία, και την υπηρετούν όλοι εκείνοι που ανέφερα προ ολίγου, καθώς και εκείνοι, που αρμόζει τώρα ν’ αναφέρω με το όνομά τους· εννοώ τους οπαδούς του Κιτιέα -αυτούς οι οποίοι, επειδή είδαν πως οι πόλεις απεχθάνονταν την απόλυτη και ειλικρινή ελευθερία που πρεσβεύει η θεωρία του Κυνισμού, την κάλυψαν, νομίζω, κάτω από τον μανδύα της οικιακής οικονομίας, της διαχείρισης των πραγμάτων, των συζυγικών σχέσεων και της ανατροφής των παιδιών, έτσι ώστε να φανεί πως η θεωρία αυτή προφυλάσσει κατά κάποιο τρόπο τις πόλεις. Και το ότι ανακεφαλαιώνουν τη φιλοσοφία τους στο δίδαγμα «γνώθι σαυτόν», φαίνεται όχι μόνο από τα συγγράμματά τους, αλλ’ ακόμη περισσότερο από τον τελικό σκοπό που επιδιώκει η φιλοσοφία τους. Γιατί τελικός σκοπός είναι να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση, πράγμα που δεν μπορείς να επιτύχεις, αν δεν γνωρίζεις ποιος είσαι και ποια είναι η ίδια σου η φύση· ο άνθρωπος που αγνοεί τον εαυτό του δεν ξέρει ασφαλώς τι του ταιριάζει να κάνει, όπως εκείνος που αγνοεί τις ιδιότητες του σιδήρου, δεν ξέρει αν το σίδερο κόβει ή όχι, ούτε πώς πρέπει να το κατεργαστεί για να εκπληρώσει τον σκοπό του. Εν πάση περιπτώσει, η φιλοσοφία είναι μία, και όλοι οι φιλόσοφοι, μπορούμε να πούμε, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και τον επιτυγχάνουν παίρνοντας ο καθένας διαφορετικούς δρόμους. Για το θέμα τούτο αρκούν όσα είπαμε.

Ας ερευνήσουμε όμως τώρα τι είναι Κυνισμός. Αν οι συγγραφείς είχαν γράψει τα συγγράμματα τους με περισσότερη σοβαρότητα και όχι παίζοντας, θα έπρεπε να τους ακολουθήσουμε και να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε τις αντιλήψεις μας στην πράξη. Και αν -πράγμα αδύνατο- αποδεικνύονταν σύμφωνες με εκείνες των αρχαίων, δεν θα μπορούσε κανείς να μας κατηγορήσει πως οι αποδείξεις μας είναι ψεύτικες· σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε να τις απορρίψουμε βουλώνοντας τ’ αφτιά μας, όπως έκαναν οι Αθηναίοι για τα ψεύτικα αρχεία που περιείχε το Μητρώο*. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, όπως είπα. Έτσι, σχετικά με μερικές τραγωδίες που αποδίδουν στον Διογένη, λένε πως τις έγραψε κάποιος ονόματι Φιλίσκος από την Αίγινα. Αλλά και αν ακόμη τις είχε γράψει ο Διογένης, δεν είναι καθόλου παράδοξο ο φιλόσοφος αυτός να αστειευόταν -γιατί πολλοί φιλόσοφοι το έχουν κάνει. Λένε μάλιστα πως και ο Δημόκριτος γελούσε, όταν έβλεπε πως οι άνθρωποι τα έπαιρναν όλα στα σοβαρά.
[*]

Ας μην πιανόμαστε, λοιπόν, από τα αστεία τους, όπως εκείνοι που δεν έχουν διάθεση να μάθουν κάτι στα σοβαρά. Αυτοί μόλις φτάσουν σε κάποια πλούσια πόλη, γεμάτη ναούς όπου τελούνται ένα σωρό μυστικές ιεροτελεστίες, και όπου χιλιάδες ιερείς μένουν στους ιερούς τόπους, γι’ αυτόν τον σκοπό, για να διατηρήσουν δηλαδή παντού την ίδια αγνότητα που υπάρχει μέσα στους ναούς, πιάνουν και βγάζουν έξω από την πόλη κάθε τι περιττό, αηδιαστικό και κακό, δηλαδή τα δημόσια λουτρά, τα κακόφημα κέντρα και τα καπηλειά, με δυο λόγια όλα τα κέντρα αυτού του είδους, όταν φτάνουν λοιπόν σε τέτοια μέρη, δεν μπαίνουν μέσα! Αν όμως συναντήσεις στον δρόμο τέτοια κέντρα, και φανταστείς πως αυτό είναι η πόλη, είναι ανοησία να τ’ αποφύγεις, αλλά πολύ χειρότερο είναι να μείνεις σ’ αυτές τις συνοικίες, ενώ «μπορείς, αν υψωθείς λιγάκι, να δεις τον Σωκράτη» -για να μεταχειριστώ τα ίδια τα λόγια του Αλκιβιάδη στο εγκώμιο του για τον Σωκράτη. Και θα πω ακόμη πως η κυνική φιλοσοφία «μοιάζει απαράλλαχτα με τα αγάλματα των Σειληνών, που εκθέτουν οι γλύπτες στα εργαστήριά τους και όπου παριστάνονται οι Σειληνοί με τον αυλό ή τη φλογέρα. Αν όμως τα σπάσεις, θα φανούν από μέσα αγάλματα θεών». Ας μην την πάθουμε λοιπόν έτσι κι εμείς, παίρνοντας στα σοβαρά όσα έγραψε ένας φιλόσοφος παίζοντας -γιατί παρ’ όλο που και τα αστεία έχουν την ωφέλειά τους, ο Κυνισμός είναι κάτι διαφορετικό που θα προσπαθήσω αμέσως να σας το αποδείξω. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα γεγονότα, όπως τα λαγωνικά ακολουθούν το θήραμα.

Είναι δύσκολο να βρούμε τον ιδρυτή, στον οποίο αποδίδεται η βάση τούτης της φιλοσοφίας, αν και μερικοί νομίζουν πως ταιριάζει να την αποδώσουμε στον Αντισθένη ή στον Διογένη. Ο Οινόμαος πάντως φαίνεται πως λέει, και πολύ σωστά, πως «Κυνισμός δεν είναι ούτε Αντισθενισμός ούτε Διογενισμός». Έτσι ο σπουδαιότεροι κυνικοί υποστηρίζουν πως ο μεγάλος Ηρακλής, εκτός απ’ όλα τα άλλα που μας έκανε, έδωσε στους ανθρώπους το τελειότερο παράδειγμα ενός τέτοιου τρόπου ζωής. Εγώ πάντως, επειδή θέλω να μιλώ πάντα με σεβασμό για τους θεούς και για όσους πορεύτηκαν τον δρόμο των θεών, πιστεύω πως και πριν απ’ αυτόν -όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους βαρβάρους- υπήρχαν άνθρωποι που πρέσβευαν τούτη τη φιλοσοφία, που είναι, νομίζω, παγκόσμια και απόλυτα φυσική και δεν απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη. Φτάνει μόνο να διαλέξεις τα καλύτερα, από αγάπη προς την αρετή και αποστροφή προς το κακό· δεν χρειάζεται να ανοίξεις χιλιάδες συγγράμματα, επειδή, όπως λένε, «η μόρφωση δεν κάνει τον άνθρωπο». Άλλωστε δεν πρόκειται να ασπαστείς κάποια φιλοσοφική αρχή διαφορετική από εκείνη που υιοθετούν όλες οι υπόλοιπες φιλοσοφικές σχολές. Φτάνει να ακολουθήσεις τις δυο συμβουλές του Πύθιου θεού: «Γνώθι σαυτόν» και «παραχάραττε το νόμισμα».

Εγώ πάντως έχω τη γνώμη πως ο μεγαλύτερος φιλόσοφος, εκείνος στον οποίο, όπως νομίζω, οφείλουν οι Έλληνες όλα τα καλά, ο οδηγός όλων μας, ο νομοθέτης και ο βασιλιάς, είναι ο θεός των Δελφών. Και όπως δεν ήταν δυνατόν να του ξεφεύγει τίποτα, έτσι δεν του ήταν άγνωστες οι ικανότητες του Διογένη. Του έδωσε τη συμβουλή του, χωρίς να μετατρέψει τα λόγια του σε στίχους, όπως έκανε για τους άλλους, αλλά του έδειξε συμβολικά τι θέλει με δυο λέξεις, και του είπε: «Παραχάραξε το νόμισμα». Όσο για το «γνώθι σαυτόν», δεν είναι ο Διογένης ο πρώτος στον οποίο το είπε· το έχει πει και το λέει και στους άλλους, με τη φράση που είναι γραμμένη, νομίζω, στην είσοδο του ναού. Βρήκαμε, λοιπόν, ποιος είναι ο ιδρυτής τούτης της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το λέει κάπου ο υπέροχος Ιάμβλιχος και ξέρουμε επίσης ότι ανώτατοι εκπρόσωποι ήταν ο Αντισθένης, ο Διογένης και ο Κράτης. Σκοπό και ιδανικό στη ζωή τους είχαν, νομίζω, να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να περιφρονούν τη ματαιοδοξία και ν’ αναζητούν με όλη τη δύναμη του μυαλού τους την αλήθεια -«τη βάση δηλαδή όλων των αγαθών», όπως λένε «και για τους θεούς και για τους ανθρώπους». Για χάρη της, νομίζω, ο Πλάτων, ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, οι περιπατητικοί, όπως και ο Ζήνων, υπέμειναν τόσα βάσανα, γιατί ήθελαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους χωρίς ματαιοδοξία, αλλά αναζητώντας την αλήθεια που υπάρχει στα όντα.

Φαίνεται, λοιπόν, πως ο Πλάτων δεν είχε σκοπούς διαφορετικούς από τον Διογένη, αλλά τους ίδιους ακριβώς, και αν ρωτούσε κάποιος τον σοφό Πλάτωνα: «Τί αξία δίνεις στο “γνώθι σαυτόν”;», ξέρω καλά πως θα απαντούσε: «Την ανώτατη αξία» -και αυτό το λέει στο «Αλκιβιάδης». Μετά απ’ αυτό, πες μας τώρα, θεϊκέ Πλάτωνα, απόγονε των θεών, τι στάση πρέπει να κρατάμε μπροστά στη γνώμη των πολλών; Η απάντησή του θα ήταν η ίδια και θα πρόσθετε ακόμη για μας την εντολή να διαβάσουμε ολόκληρο τον διάλογο του «Κρίτωνα», όπου φαίνεται πως ο Σωκράτης μας συμβουλεύει να μη σκοτιζόμαστε για τέτοια πράγματα. Λέγει, για παράδειγμα: «Γιατί, καλέ μου Κρίτωνα, να ανησυχούμε τόσο για τη γνώμη του κόσμου;». Και εμείς, παραβλέποντας όλα αυτά, προσπαθούμε να υψώσουμε ένα τείχος, θα έλεγα, ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, και να χωρίσουμε τον ένα από τον άλλον, αυτούς τους οποίους ένωνε το πάθος για την αλήθεια, η περιφρόνηση για τη δόξα και ο κοινός ζήλος για την αρετή! Επειδή, λοιπόν, ο Πλάτωνας διάλεξε να αναπτύξει τη θεωρία του με λόγια, ενώ ο Διογένης περιορίστηκε στις πράξεις, πρέπει τάχα γι’ αυτό να τον υποτιμάτε; Προσέξτε μήπως αυτός ακριβώς είναι ο καλύτερος τρόπος, εφόσον και ο Πλάτων είναι φανερό πως αποκηρύσσει τα έργα του, όταν λέει: «Δεν υπάρχει έργο του Πλάτωνα, και ούτε θα υπάρξει. Αυτά που θεωρούνται δικά του είναι του Σωκράτη, ανθρώπου ωραίου και νέου». Γιατί λοιπόν να μην κρίνουμε τον Κυνισμό από τις πράξεις του Διογένη;

Εφόσον λοιπόν το σώμα αποτελείται από διάφορα μέρη, όπως μάτια, πόδια, χέρια, στα οποία προστίθενται επιπλέον τα μαλλιά, τα νύχια, οι ακαθαρσίες, και όλα τα περιττώματα, που χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινο σώμα, δεν είναι γελοίο να θεωρούμε σαν μέρη του σώματος τα μαλλιά, τα νύχια, τις ακαθαρσίες και τα βρομερά απομεινάρια, και όχι τα πιο πολύτιμα και σπουδαιότερα όργανα, όπως είναι τα όργανα των αισθήσεων και πάλι μεταξύ αυτών, εκείνα που έχουν μεγαλύτερη σχέση με τη σκέψη, όπως τα μάτια και τ’ αυτιά; Γιατί τούτα τα όργανα είναι που βοηθούν κυρίως την ψυχή να σκέφτεται, είτε είναι χωμένη μέσα σ’ αυτά -γιατί έχει την ικανότητα αμέσως να καθαρίζεται χάρη στην αναλλοίωτη αρχική δύναμη του νου- είτε, αν όπως πιστεύουν ορισμένοι, διοχετεύεται στο σώμα μέσα από τα όργανα, σαν μέσα από σωλήνες. Και έτσι, καθώς λένε, χάρη στη συγκέντρωση των αισθήσεων που παίρνει από κάθε μέρος του σώματος και στην εναπόθεσή τους μέσα στη μνήμη, γεννά η ψυχή τις γνώσεις. Εγώ τουλάχιστον νομίζω πως δεν μπορούμε να έχουμε αντίληψη των αισθητών αντικειμένων δίχως τούτο το κριτήριο, είτε ατελές είναι είτε τέλειο, αλλά οπωσδήποτε δεσμευμένο από ένα σωρό άλλα στοιχεία, και ότι αυτό μας δημιουργεί την αντίληψη του έξω κόσμου. Τούτη η συζήτηση όμως δεν αφορά το σημερινό μου θέμα, και γι’ αυτό ας επανέλθουμε στα μέρη από τα οποία αποτελείται η φιλοσοφία.

Πραγματικά φαίνεται πως οι Κυνικοί -καθώς και ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων- πίστευαν ότι αποτελείται από δυο μέρη, το θεωρητικό και το πρακτικό, διότι φυσικά παρατήρησαν και αντιλήφθηκαν πως ο άνθρωπος είναι πλασμένος για την πράξη και για τη γνώση. Το αν έστρεψαν τη φυσική προς τη θεωρία, αυτό δεν έχει σχέση με όσα λέγω. Γιατί και ο Σωκράτης, είναι αλήθεια, όπως και πολλοί άλλοι, τη μεταχειρίστηκαν, φαίνεται, πάρα πολύ, αλλά με μοναδικό σκοπό να φτάσουν στην πρακτική. Σκέφτηκαν δηλαδή πως το «γνώθι σαυτόν» απαιτεί να μάθεις ακριβώς τι πρέπει να αποδώσεις στην ψυχή και τι στο σώμα, και πολύ σωστά έδωσαν τα πρωτεία στην ψυχή και στο σώμα την υποταγή. Γι’ αυτό τους βλέπουμε να ενδιαφέρονται για την αρετή, την εγκράτεια, τη μετριοφροσύνη, την αξιοπρέπεια και να προσπαθούν να αποβάλουν τον φθόνο, τη δειλία και τη δεισιδαιμονία. Εμείς όμως δεν πρέπει να τους φανταζόμαστε έτσι, αλλά να έχουμε υπόψη μας ότι αστειεύονται και «διακυβεύουν τα μεγαλύτερα αγαθά37», όταν περιφρονούν έτσι το σώμα. Και τούτο ακριβώς εννοούσε ο Σωκράτης όταν έλεγε «η φιλοσοφία είναι η προετοιμασία για τον θάνατο». Εφαρμόζοντας καθημερινά στην πράξη τούτη την αρχή, οι άνθρωποι αυτοί κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτοι μας φαίνονται αλλά αντίθετα δυστυχισμένοι και τελείως ανόητοι· διότι, για ποιο λόγο, μα την αλήθεια, τα υπομένουν όλα τούτα; Το είπες μόνος σου: Από κενοδοξία! Και πώς μπορούσαν οι άλλοι να τους βλέπουν, να τρώνε ωμά κρέατα; Ούτε εσύ ο ίδιος, το ανέχεσαι. Και όμως, τέτοιου ανθρώπου το ντύσιμο και το χτένισμα μιμείσαι -όπως ακριβώς τους παριστάνουν οι ζωγραφιές- και φαντάζεσαι πως τούτο που εσύ ο ίδιος δεν εγκρίνεις, είναι δυνατόν να αρέσει στον κόσμο; Κι αν ένας δυο τότε τους επαινούσαν, χιλιάδες άλλοι αηδίαζαν και τους ερχόταν εμετός και δεν μπορούσαν να φάνε, αν δεν τους συνέφερναν οι υπηρέτες τους με ωραίες μυρωδιές, αρώματα και γλυκά· τόσο ο περιβόητος εκείνος ήρωας είχε καταπλήξει με τις ανόητες πράξεις του ανθρώπους τέτοιους «σαν τους σημερινούς θνητούς», παρ’ ότι δεν ήταν ποταπός, μα τους θεούς, για όποιον θα τον έκρινε σύμφωνα με το πνεύμα του Διογένη. Έτσι λένε και για τον Σωκράτη, ότι ακολούθησε τον δρόμο της αυτοκριτικής, νομίζοντας πως εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στον θεό, εφαρμόζοντας δηλαδή τον χρησμό που του είχε δοθεί· το ίδιο, νομίζω, έκανε και ο Διογένης που ήξερε ότι η φιλοσοφική του θεωρία κατάγεται από την Πυθία, και θεωρούσε πως έπρεπε τα πάντα να ελέγχονται στην πράξη, και να μην επηρεάζεται από τις γνώμες των άλλων, που μπορεί να είναι είτε σωστές είτε λανθασμένες. Σε κανέναν, λοιπόν, δεν είχε εμπιστοσύνη ο Διογένης, ούτε στα λόγια του Πυθαγόρα ούτε σε κανέναν άλλο ισάξιο με τον Πυθαγόρα» διότι μόνο τον θεό και κανέναν άλλο δεν παραδεχόταν για ιδρυτή της φιλοσοφίας. Μα τι σχέση έχουν αυτά, θα μου πεις, με το να φας ένα χταπόδι; Θα σου το εξηγήσω.

Μερικοί έχουν τη γνώμη ότι η σαρκοφαγία ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση, άλλοι όμως σκέπτονται πως δεν ταιριάζει καθόλου στον άνθρωπο, και γι’ αυτό το θέμα έχουν ειπωθεί πολλά. Και αν δεν βαρεθείς, μπορείς να βρεις πληθώρα βιβλίων πάνω στο θέμα. Ο Διογένης τα απορρίπτει όλα τούτα. Και να ποιος είναι ο συλλογισμός του: Αν φάει κάποιος κρέας χωρίς να το μαγειρέψει -όπως κάνουν φυσικά όλα τα υπόλοιπα ζώα, επειδή έτσι είναι πλασμένα από τη φύση- και δεν τον ενοχλήσει ή δεν αρρωστήσει, αντίθετα διαπιστώσει μάλλον πως τον ωφελεί, τούτο σημαίνει, κατά τον Διογένη, πως η σαρκοφαγία ταιριάζει απόλυτα στην ανθρώπινη φύση· αν όμως τον πειράξει, σημαίνει, κατά τη γνώμη του, ότι η τροφή τούτη δεν είναι για τον άνθρωπο και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να τη φάει. Αν τούτη η εξήγηση φανεί ίσως υπερβολική, να και μια άλλη που ταιριάζει περισσότερο στον Κυνισμό, αν κρίνω μάλιστα από τον σκοπό που επιδιώκει. Τούτος ο σκοπός είναι η αταραξία -πράγμα που ισοδυναμεί με το να γίνεις θεός. Ο Διογένης, λοιπόν, επειδή αισθανόταν ίσως τον εαυτό του ατάραχο στο κάθε τι και τον έπιανε ναυτία μόνον όταν έτρωγε κρέας ωμό, επηρεασμένος μάλλον από την κοινή γνώμη και όχι από κάποια λογική αιτία. Εξ άλλου το χταπόδι, όπως όλα τα θαλασσινά, δεν έχει αίμα, ενώ τα οστρακόδερμα είναι πλάσματα ζωντανά -επομένως και χαίρονται και πονούν, όπως όλα τα ζωντανά πλάσματα. Για να μην αναφέρω εκείνο που λέγει ο Πλάτων, ότι δηλαδή και τα φυτά είναι ζωντανά, επειδή δεν μας αφορά στη συγκεκριμένη στιγμή. Γεγονός είναι πως ο Διογένης δεν έκανε κάποια απρέπεια, ούτε και κάτι παράνομο ή ασυνήθιστο, και το μόνο που μπορούμε να εξετάσουμε στην προκειμένη περίπτωση είναι το σκληρό ή το μαλακό και η απόλαυση ή η απέχθεια στην κατάποση -αυτά που λέγω είναι, πιστεύω, πολύ απλά για όποιον είναι σε θέση να παρακολουθήσει μια συζήτηση. Συνεπώς, δεν είναι το ότι τρώει ωμό κρέας εκείνο που σας αηδιάζει, εφόσον κι εσείς το ίδιο κάνετε όταν τρώτε όχι μόνο ζώα που δεν έχουν αίμα αλλά κι εκείνα που έχουν. Δεν διαφέρετε ίσως από τον Διογένη παρά μόνο ως προς την πεποίθηση του πως τα κρέατα πρέπει να τρώγονται όπως είναι στη φυσική τους κατάσταση, ενώ εσείς, για να τα νοστιμίσετε, βάζετε αλάτι και διάφορα άλλα καρυκεύματα, παραβιάζοντας τη φύση. Αρκετά, όμως, πάνω σ’ αυτό το θέμα.

Η τελική επιδίωξη της κυνικής φιλοσοφίας, όπως άλλωστε κάθε φιλοσοφίας, είναι η ευτυχία. Η ευτυχία συνίσταται στο να ζεις σύμφωνα με τη φύση και όχι όπως θέλει ο πολύς κόσμος. Διότι για τα φυτά, όπως και για τα ζώα, λέμε πως πάνε καλά, όταν καθένα κατορθώσει να αναπτυχθεί χωρίς εμπόδια, όπως το όρισε η φύση. Αλλά και για τους θεούς ευτυχία σημαίνει να βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση και να είναι ανεξάρτητοι. Έτσι, λοιπόν, ούτε στους ανθρώπους ταιριάζει ν’ αναζητούν αλλού το μυστικό της ευτυχίας. Άλλωστε ούτε ο αετός ούτε το πλατάνι ούτε κανένα άλλο από τα ζωντανά πλάσματα ή τα φυτά, ενδιαφέρεται αν τα φτερά ή τα φύλλα του είναι χρυσαφιά, ούτε αν τα κλωνάρια του είναι ασημιά, ούτε αν έχει το πίσω νύχι ή τα σπιρούνια του σιδερένια ή ατσάλινα. Αντίθετα, αισθάνονται ευτυχισμένα, όταν τα στολίδια που τους έδωσε εξ αρχής η φύση είναι γερά και κατάλληλα να τους δίνουν ταχύτητα ή δύναμη. Δεν είναι λοιπόν γελοίο να προσπαθεί ένα ανθρώπινο πλάσμα να βρει την ευτυχία έξω από τον ίδιο τον εαυτό του, και να δίνει τόση σημασία στα πλούτη, στην καταγωγή, στη δύναμη των φίλων του και σ’ όλα τα παρόμοια; Αν η φύση δεν μας είχε δώσει, όπως στα ζώα, τίποτ’ άλλο εκτός από ένα σώμα και μια ψυχή σαν τη δική τους, δεν θα ζητούσαμε τίποτα περισσότερο και θα ήμαστε ικανοποιημένοι, όπως και τα ζώα, από τις σωματικές μας δυνατότητες και εκεί θα βρίσκαμε την ευτυχία. Εμείς όμως έχουμε ψυχή που δεν μοιάζει καθόλου με εκείνη που έχουν τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα, είτε διότι διαφέρει εντελώς στην ουσία, είτε διότι έχει μεν την ίδια ουσία, είναι όμως ανώτερη ως προς την ενέργεια, όπως νομίζω το καθαρό χρυσάφι διαφέρει από εκείνο που είναι ανακατωμένο με άμμο· αυτό είναι αλήθεια, πως το υποστηρίζουν ορισμένοι σχετικά με την ψυχή. Εμείς, λοιπόν, αφού έχουμε συνείδηση πως είμαστε ανώτεροι από τα ζώα, στα οποία η φύση, σύμφωνα με τον μύθο του Πρωταγόρα, φέρθηκε σαν μητέρα με μεγαλύτερο ζήλο και μεγαλοδωρία, ενώ ο Δίας, αντί για όλα τούτα, μας έδωσε το μυαλό, πρέπει να τοποθετήσουμε την ευτυχία σ’ αυτό το ανώτερο και σπουδαιότερο στοιχείο που υπάρχει μέσα μας.

Βάλε με τον νου σου τώρα, αν δεν ήταν πραγματικά τέτοια η ζωή που διάλεξε ο Διογένης, αυτός που έριχνε το σώμα του χωρίς περιορισμό σε όλες τις ταλαιπωρίες, για ν’ αυξήσει τις σωματικές του δυνάμεις, και που δεν ζητούσε τίποτ’ άλλο εκτός από το δικαίωμα να κάνει εκείνο που φαινόταν σύμφωνο με τις απαιτήσεις της λογικής. Όσο για τους σωματικούς μπελάδες που κουράζουν την ψυχή -γιατί τούτο το σάρκινο περίβλημα μας δίνει πολλές φορές τέτοιες ενοχλήσεις- ο Διογένης κάτι τέτοια ούτε καν τα υπολόγιζε. Τούτη η άσκηση έδωσε στον άνθρωπο τόση σωματική δύναμη, ώστε δεν την έχει θαρρώ κανείς απ’ όσους αγωνίζονται για να κερδίσουν στεφάνια, και η ψυχή του έγινε τέτοια ώστε να γνωρίσει ευτυχία, όχι μικρότερη αλλά μεγαλύτερη και από εκείνη που γνώρισε ο Μεγάλος Βασιλιάς, για να εκφραστώ σαν τους Έλληνες όταν μιλούσαν για τον βασιλιά της Περσίας. Το θεωρείς τάχα μικρό πράγμα να ζει ένας άνθρωπος «δίχως πόλη, δίχως σπίτι, δίχως πατρίδα και λεφτά· να μην έχει ούτε δραχμή ούτε καν και υπηρέτη», μα ούτε και κριθαρόψωμο -που αρκούσε στον Επίκουρο για να λέει πως ήταν σαν τους θεούς ευτυχισμένος- και παρ’ όλα αυτά να μην τα βάζει με τους θεούς, αλλά να ζει και να λέει πως ζει πιο ευτυχισμένος από εκείνον που οι άνθρωποι θεωρούν τον πιο καλότυχο; Αν δεν με πιστεύεις, δοκίμασε εσύ τέτοια ζωή, όχι όμως με λόγια αλλά με πράξη, και θα δεις. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν τώρα να αποδείξουμε τούτο τον συλλογισμό μας.

Πιστεύεις ότι η βάση όλων των αγαθών, για τα οποία μιλήσαμε παραπάνω, είναι η ελευθερία; Πώς μπορείς να το αρνηθείς, αφού οι θησαυροί, τα πλούτη, η υψηλή καταγωγή, η σωματική δύναμη, η ομορφιά, με δυο λόγια όλα τούτα τα αγαθά, χωρίς την ελευθερία δεν ανήκουν σ’ αυτόν που νομίζει ότι τα έχει, αλλά σ’ εκείνον που ανήκει αυτός ο άνθρωπος; Γιατί ποιον θεωρούμε δούλο; Μήπως εκείνον που μπορούμε ν’ αγοράσουμε με τόσες δραχμές ή με δυο μνες ή με δέκα στατήρες χρυσού; Αυτός είναι οπωσδήποτε, θα μου πεις, πραγματικά δούλος. Είναι άραγε επειδή, για να τον αποκτήσουμε, πληρώσαμε λεφτά στον πωλητή; Σε μια τέτοια περίπτωση όμως όλοι εκείνοι οι αιχμάλωτοι πολέμου που τους εξαγοράσαμε με λύτρα, πρέπει να είναι επίσης δούλοι; Ενώ αντίθετα, ο νόμος τους δίνει την ελευθερία, αφού σώθηκαν και γύρισαν σπίτι τους, κι εμείς τους εξαγοράσαμε, όχι για να ζήσουν σαν σκλάβοι, αλλά για να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι. Βλέπεις, λοιπόν, πως δεν αρκούν τα χρήματα για να κάνεις ένα λυτρωμένο άνθρωπο δούλο σου· πραγματικός δούλος είναι εκείνος που ένας άλλος μπορεί να εξαναγκάσει να κάνει ό,τι τον διατάζει, και ακόμη να τον τιμωρήσει σε περίπτωση που δεν υπακούσει και, όπως λέει ο ποιητής, αυτός «που ζει με χίλια βάσανα».

Πρόσεξε λοιπόν, μετά απ’ αυτά, κατά πόσον δεν είναι αφεντικά μας όλοι εκείνοι στους οποίους είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε, για να αποφύγουμε τους πόνους και τις στενοχώριες που θα μας προξενήσει η τιμωρία τους· ή μήπως νομίζεις πως μοναδική τιμωρία είναι να σηκώσεις το μπαστούνι σου και να χτυπήσεις τον υπηρέτη; Αλλά και τα πιο σκληρά αφεντικά δεν φέρονται έτσι σ’ όλους τους υπηρέτες τους· τις περισσότερες φορές αρκούνται σε μια παρατήρηση ή απειλή. Μη νομίζεις, λοιπόν φίλε μου, πως είσαι ελεύθερος, όσο σε κυβερνούν η κοιλιά, τα έντερά σου ή εκείνοι που είναι στο χέρι τους να σου δώσουν ευχαρίστηση ή να σου τη στερήσουν. Και αν ακόμη κατορθώσεις να γίνεις ισχυρότερος απ’ αυτούς, όσο παραμένεις δούλος της κοινής γνώμης, δεν θα δοκιμάσεις ποτέ ούτε την ελευθερία ούτε τη γλύκα της· «Όχι! Για όνομα εκείνου που ‘βαλε στην καρδιά μας την Τετρακτύ».

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό πως πρέπει ν’ αποβάλουμε κάθε σεβασμό προς τους πάντες και να κάνουμε όσα δεν είναι σωστά· εκείνα όμως που αποφεύγουμε και εκείνα που κάνουμε να μην τ’ αποφεύγουμε ή τα κάνουμε επειδή ο κόσμος τα βρίσκει σωστά ή όχι αλλά επειδή τα υπαγορεύει η λογική και ο θεός που είναι μέσα μας, δηλαδή ο νους. Τίποτα δεν εμποδίζει τον κόσμο να ακολουθεί τη γνώμη των πολλών· πράγμα που είναι προτιμότερο από το να μη σεβόμαστε κανέναν· άλλωστε ο άνθρωπος έχει φυσική κλίση προς την αλήθεια. Ο άνθρωπος όμως που σκέπτεται και μπορεί να βρει και να κρίνει τις πραγματικές αιτίες, μπορεί να μην ακολουθήσει την κοινή γνώμη, όταν πρόκειται να κρίνει αν μια πράξη είναι καλή ή κακή. Επομένως, αφού η ψυχή μας περιέχει αφ’ ενός κάτι θεϊκότερο -που το ονομάζουμε νου, σκέψη και εσωτερικό διάλογο, του οποίου εκδήλωση είναι η προφορική ομιλία με λέξεις και φράσεις- και αφ’ ετέρου κάτι άλλο που συνδέεται με το πρώτο, αλλά διαφορετικό και πολύμορφο, ανακατωμένο με οργή και επιθυμία -ένα πολυκέφαλο τέρας- δεν είναι προτιμότερο να συμβαδίζουμε με τη γνώμη των πολλών, ώσπου να δαμάσουμε τούτο το τέρας και να το πείσουμε να υπακούει στον θεό που βρίσκεται μέσα μας ή, αν θέλετε, στο θεϊκό τμήμα της ψυχής μας; Έτσι, πολλοί που θέλησαν να μιμηθούν τον Διογένη, έγιναν αρνητές των πάντων, κατεργάρηδες και χειρότεροι από ζώα· αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου, και θα σου διηγηθώ πρώτα ένα περιστατικό από τη ζωή του Διογένη, για το οποίο πολλοί θα γελάσουν, εγώ όμως το θεωρώ πολύ σοβαρό. Κάποτε ξέφυγε ενός νεαρού, μπροστά στον κόσμο, ένας απρεπής ήχος, και ο Διογένης που ήταν παρών, του έδωσε μια με τη μαγκούρα του και του είπε: «Κάθαρμα! Αφού δεν έχεις κάνει τίποτα μέχρι σήμερα που να σου επιτρέπει τέτοιο θράσος μπροστά στον κόσμο, αρχίζεις τώρα μπροστά μας να περιφρονείς την κοινή γνώμη!». Γιατί έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να κατανικήσεις πρώτα τις επιθυμίες σου, ύστερα τα πάθη σου και τελικά να φτάσεις στο δυσκολότερο αγώνισμα, να τα βάλεις δηλαδή με την κοινή γνώμη, που φέρνει τόσες συμφορές σε πολλούς ανθρώπους.

Αγνοείς ότι τους νέους τους αποτρέπουν από τη φιλοσοφία με το να διηγούνται διάφορες ψευτιές για τη ζωή των φιλοσόφων; Οι πραγματικά αφοσιωμένοι στον Πυθαγόρα, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη ήταν, λένε, απατεώνες και σοφιστές, άνθρωποι με έπαρση και επικίνδυνοι· αν γίνει κάποιος οπαδός των κυνικών, τον θεωρούν αξιολύπητο. Θυμάμαι, μάλιστα, πως μια μέρα μου είπε ο δάσκαλος μου, όταν συναντήσαμε τον φίλο μου, τον Ιφικλή, με βρόμικα μαλλιά, στήθος ξεσκέπαστο και τριμμένο παλτό στους ώμους μέσ’ στην καρδιά του χειμώνα: «Ποιος δαίμονας τον κατάντησε σε τέτοια χάλια; Είναι αξιολύπητος, αλλά πιο αξιολύπητοι είναι οι γονείς που τον ανέθρεψαν με φροντίδες και τον σπούδασαν όσο καλύτερα μπορούσαν· τώρα που τα εγκατέλειψε όλα, κατάντησε χειρότερος από ζητιάνος». Δεν ξέρω ποια ειρωνική απάντηση του έδωσα τότε· πάντως να ξέρεις ότι τούτη τη γνώμη έχουν οι περισσότεροι για τους αληθινούς κυνικούς. Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο, αλλά τους βλέπεις να υποστηρίζουν τα πλούτη και να μισούν τη φτώχεια, να φροντίζουν για την κοιλιά τους, να υπομένουν για χάρη του σώματος τους κάθε λογής πόνο, να χοντραίνουν τη φυλακή της ψυχής τους, να παραθέτουν πολυτελή γεύματα, να μην κοιμούνται ποτέ μόνοι τους τη νύχτα και να τα κάνουν όλα τούτα κρυφά στο σκοτάδι. Μήπως δεν είναι χειρότερο από τα Τάρταρα; Δεν είναι καλύτερα να σε καταπιεί η Χάρυβδη ή ο Κωκυτός56 ή να βρεθείς χιλιάδες οργιές κάτω από τη γη, παρά να ξεπέσεις σε τέτοια ζωή, δούλος της κοιλιάς σου και των άλλων ντροπιασμένων μερών του σώματος; Επιπλέον, δεν πάνε απλά, όπως τα ζώα, αλλά βάζουν στο κεφάλι τους ένα σωρό σκοτούρες για να τα κάνουν όλα τούτα κρυφά, μέσα στο σκοτάδι. Και όμως πόσο καλύτερο θα ήταν να τα απαρνηθούν τελείως! Αν δεν είναι εύκολο ας μην περιφρονούμε τα λόγια του Διογένη και του Κράτη σ’ αυτό τον τομέα. «Η πείνα», έλεγε ο Κράτης, «παραλύει τον έρωτα· αν δεν μπορείς όμως να μεταχειριστείς τούτο το φάρμακο, τότε πνίξου!». Δεν ξέρεις πως εκείνοι οι άνθρωποι έζησαν έτσι για να μας δείξουν τον δρόμο της λιτότητας; «Δεν προέρχονται απ’ όσους τρώνε κριθαρόψωμο, οι τύραννοι», έλεγε ο Διογένης, «αλλ’ απ’ αυτούς που τρώνε με πολυτέλεια»· και προσθέτω πως ο Κράτης έγραψε έναν ύμνο στη Λιτότητα: «Χαίρε! Βασίλισσα θεά, αγαπημένη των σοφών, Λιτότητα, κόρη της ένδοξης Φρονιμάδας!».

Να μη γίνει λοιπόν ο κυνικός σαν τον Οινόμαο, αναιδής και αναίσχυντος, και να μην περιφρονεί όλους τους θείους και ανθρώπινους νόμους, αλλά να σέβεται κάθε τι ιερό, όπως ο Διογένης. Γιατί εκείνος τουλάχιστον υπάκουσε στον πύθιο θεό και δεν μετάνιωσε για τούτη την υπακοή του. Και αν κάποιος τον περνά για άθεο, επειδή δεν πλησίαζε τους ναούς ούτε τα αγάλματα ούτε τους βωμούς, και δεν εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, γελιέται. Το έκανε επειδή δεν είχε τίποτα να προσφέρει, ούτε λιβάνι ούτε σπονδές, και ούτε είχε χρήματα για να τ’ αγοράσει. Του αρκούσε πως η κρίση του για τους θεούς ήταν σωστή· τους λάτρευε μ’ όλη του την ψυχή και τους έδινε ό,τι πολυτιμότερο, νομίζω, είχε, την αφοσίωση της ψυχής του με τη σκέψη. Ο κυνικός δεν πρέπει με κανένα τρόπο να χάνει κάθε ντροπή, αλλά με τη βοήθεια της λογικής πρέπει να δαμάζει την ατίθαση πλευρά της ψυχής του, ώστε να την εξαφανίσει τελείως και να φτάσει στο σημείο να αγνοεί ότι έχει κατανικήσει ηδονές· γιατί είναι προτιμότερο να αγνοεί κάποιος τελείως την επίδραση των αισθήσεων, αν και αυτό δεν το κατορθώνουμε παρά μετά από μεγάλη άσκηση. Και για να μην κατηγορηθώ πως δεν μιλώ σωστά, θα σας απαγγείλω μερικούς στίχους από τα χαριτωμένα ποιήματα του Κράτη:

«Κόρες αγνές της Μνημοσύνης και του Ολύμπιου Δία,
Μούσες της Πιερίας, την προσευχή μου ακούστε!
Δώστε μου πάντα φαγητό να βάζω στην κοιλιά μου,
που εγώ την έμαθα να μη ζητά πολλά.
Κάντε με χρήσιμο στους φίλους, μα όχι μαλθακό.
Χρήμα δεν θέλω και πολύ, του σκαθαριού την τύχη,
ούτε και του μέρμηγκα ζητώ την αφθονία.
Δίκιος θέλω να ‘μαι, με πλούτη λιγοστά,
και βολικός και τίμιος, γιατί αυτά είναι καλά.

Στον Ερμή τότε και στις Μούσες θυσίες θα προσφέρω,
φτηνές, αλλ’ αγιασμένες από την αρετή».
Αν χρειαστεί να γράψεις πάνω σ’ αυτό το θέμα, έχω πολλά έργα δικά του. Αν όμως διαβάσεις τον Πλούταρχο από τη Χαιρώνεια, που έγραψε τον «Βίο του Κράτη», δεν θα σου χρειαστεί να μάθεις τίποτα περισσότερο γι’ αυτόν. Ο Κράτης άνοιξε στον Ζήνωνα τον δρόμο για τις εξαίσιες θεωρίες· και λένε πως οι Έλληνες έγραφαν, προς τιμή του, πάνω από την είσοδο των σπιτιών τους: «Καλωσόρισες, Κράτη, πνεύμα αγαθό».

Ας ξαναγυρίσουμε όμως σε τούτο, ότι οφείλει δηλαδή όποιος θέλει να ακολουθήσει τη φιλοσοφία των κυνικών, ν’ αρχίσει πρώτα από αυστηρή αυτοκριτική, χωρίς να κολακεύει τον εαυτό του, και να προσπαθήσει να εξακριβώσει αν τον ευχαριστεί η πολυτέλεια στο φαγητό, αν του χρειάζεται μαλακό κρεβάτι, αν τον ενδιαφέρει η δόξα και η γνώμη του κόσμου, αν του αρέσει να τον θαυμάζουν, και αν, παρ’ όλη τη ματαιοδοξία του πράγματος, του δίνει σημασία. Να μην ανακατεύεται με τον όχλο και να μη γεύεται τις απολαύσεις ούτε με την άκρη του δαχτύλου, που λένε, μέχρις ότου κατορθώσει να τις ποδοπατήσει- και τότε μόνο, αν βρεθεί η ευκαιρία, τίποτα δεν τον εμποδίζει να τις δοκιμάσει. Έχω ακούσει να λένε πως οι πιο αδύνατοι ταύροι απομακρύνονται από το κοπάδι και βόσκουν χώρια, για να πάρουν έτσι λίγο λίγο δυνάμεις· αφού λοιπόν δυναμώσουν για καλά, γυρίζουν και τα βάζουν με τους αρχηγούς του κοπαδιού για να πάρουν τα πρωτεία με τρόπο που τους αξίζει περισσότερο. Δεν αρκεί λοιπόν σε όποιον θέλει να ακολουθήσει τον Κυνισμό να διαλέξει μόνο το πανωφόρι, το σακίδιο, το μπαστούνι και τα μακριά μαλλιά και να περπατά αναμαλλιασμένος και αγράμματος, σαν να βρισκόταν σε χωριό που δεν έχει ούτε κουρείο ούτε σχολείο, αλλά πρέπει να έχει ως γνωρίσματα του κυνικού φιλοσόφου, αντί για το μπαστούνι τη λογική και αντί για το σακίδιο την πειθαρχημένη ζωή. Η ελευθεροστομία θα του χρησιμεύσει, αφού αποδείξει πρώτα την προσωπική του αξία.

Έτσι, νομίζω, έκαμαν ο Κράτης και ο Διογένης: Τόσο πολύ δεν υπολόγιζαν τις απειλές της Τύχης, ή μάλλον πρέπει να πω, τα καπρίτσια και τις αναποδιές της, ώστε ο Διογένης, όταν έπεσε κάποτε στα χέρια πειρατών, εξακολουθούσε ν’ αστειεύεται, και ο Κράτης χάρισε την περιουσία του στο δημόσιο· στη συνέχεια, καθώς ήταν ανάπηρος, κορόιδευε το κουτσό του πόδι και την καμπούρα του. Πήγαινε όμως, είτε καλεσμένος είτε απρόσκλητος, στα σπίτια των φίλων του για να συμφιλιώνει τις οικογένειες, αν καταλάβαινε πως είχαν τσακωθεί. Και οι παρατηρήσεις του δεν ήταν απότομες, αλλά γεμάτες ευγένεια, για να μη φανεί πως κατηγορεί τους υπευθύνους, επειδή ήθελε έτσι να ωφελήσει τόσο τους ίδιους όσο κι εκείνους που τον άκουγαν. Δεν ήταν όμως αυτός ο τελικός σκοπός τους· όπως είπα και προηγουμένως, απέβλεπαν στη δική τους ευτυχία και ενδιαφέρονταν για τους άλλους, μόνο επειδή αντιλαμβάνονταν, νομίζω, πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο κοινωνικό. Έτσι, φάνηκαν χρήσιμοι στους συμπολίτες τους, όχι μόνο με το παράδειγμά τους αλλά και με τα λόγια τους. Γι’ αυτό λοιπόν, όποιος θέλει να είναι κυνικός και άνθρωπος σοβαρός, πρέπει πρώτα να στραφεί στον εαυτό του, όπως έκαναν ο Διογένης και ο Κράτης· να διώξει μέσα από την ψυχή του όλα τα πάθη και να κατευθύνει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τον νου και τη γνώση. Αυτό ήταν, νομίζω, το κύριο σημείο της φιλοσοφίας του Διογένη.

Αν είναι αλήθεια ότι κάποια μέρα τούτος ο άνθρωπος πήγε σε μια εταίρα -αν και αυτό μπορεί να συνέβη μόνο μια φορά ή και καθόλου- κάθε φορά που βλέπουμε κάποιον ο οποίος, ενώ εφαρμόζει ως προς τα άλλα ακριβώς τις αρχές του Διογένη, δείχνει τις ίδιες διαθέσεις και υποστηρίζει φανερά και μπροστά σε όλους κάτι παρόμοιο, δεν πρέπει να του κάνουμε παρατηρήσεις και να τον κατηγορούμε. Πρέπει, όμως, να μας δείξει πως διαθέτει την πλατιά μόρφωση του Διογένη, καθώς και αντίληψη και αξιοπρέπεια ελεύθερου ανθρώπου σε όλους τους άλλους τομείς, δηλαδή αυτάρκεια, δικαιοσύνη, φρόνηση, ευλάβεια προς τους θεούς και ευγνωμοσύνη. Να προσέχει να μην κάνει τίποτα στην τύχη, ούτε άσκοπο ούτε παράλογο, εφ’ όσον και αυτά βρίσκονται μέσα στο πνεύμα της φιλοσοφίας του Διογένη· να χτυπά την περηφάνια, να ειρωνεύεται όσους προσπαθούν να κρύψουν στο σκοτάδι την ικανοποίηση της φυσικής τους ανάγκης -εννοώ την αποβολή των κοπράνων- ενώ όσα κάνουν εκείνοι μέσ’ στη μέση της αγοράς και της πόλης είναι πολύ χειρότερα και καθόλου φυσικά, δηλαδή κλοπές, συκοφαντίες, άδικες καταγγελίες και ένα σωρό άλλα παρόμοια. Αν ο Διογένης έκλασε ή έχεσε ή έκανε οτιδήποτε άλλο παρόμοιο, καθώς λένε, μέσα στην αγορά, το έκανε για να χτυπήσει την υπεροψία τους και για να τους δείξει πως οι δικές τους πράξεις είναι πολύ χειρότερες και πιο επικίνδυνες, επειδή η σωματική ανάγκη είναι πράγμα φυσικό, ενώ αυτά που κάνουν εκείνοι είναι, μπορούμε να πούμε, διαστροφή της φύσης. Οι σημερινοί, όμως, μιμητές του Διογένη διάλεξαν τα πιο εύκολα και πιο ανώδυνα, ενώ παραμέλησαν τα καλά. Και εσύ, που θέλεις να θεωρείσαι σοβαρότερος απ’ αυτούς, έχεις απομακρυνθεί πολύ από το πνεύμα του Διογένη, γιατί τον θεώρησες αξιολύπητο.

Αν δεν πίστεψες όσα λέγονται για έναν άνθρωπο που όλοι οι Έλληνες της εποχής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη θαύμαζαν μετά τον Σωκράτη και τον Πυθαγόρα, και είχε για ακροατή τον δάσκαλο του πάνσοφου και τόσο γνωστικού Ζήνωνα -γιατί είναι απίθανο να γελάστηκαν όλοι, αγαπητέ μου, για έναν άνθρωπο που, καθώς τα λες και τον ειρωνεύεσαι, ήταν τόσο αχρείος- θα μπορούσες ίσως να μελετήσεις περισσότερα γι’ αυτόν και να τον καταλάβεις καλύτερα. Γιατί ποιος Έλληνας δεν θαύμασε την καρτερία του Διογένη και την αντοχή του στους κόπους, που φανερώνουν την ψυχική του ανωτερότητα; Ο άνθρωπος αυτός κοιμόταν πιο άνετα πάνω σε αχυρένιο στρώμα μέσα στο βαρέλι του απ’ ό,τι ο Μεγάλος Βασιλιάς στο μαλακό του κρεβάτι κάτω απ’ την ολόχρυση μαρκίζα. Έτρωγε το κριθαρόψωμό του με μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ ότι εσύ τρως σήμερα το πλούσιο γεύμα σου. Πλενόταν το καλοκαίρι και άφηνε το σώμα του να στεγνώνει στον αέρα, ενώ εσύ, μεγάλε φιλόσοφε, μεταχειρίζεσαι πετσέτες για να σκουπιστείς! Μα την αλήθεια, πολύ σου ταιριάζει να τον ειρωνεύεσαι, εσύ που κατατρόπωσες τον Ξέρξη όπως ο Θεμιστοκλής, ή τον Δαρείο όπως ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας! Αν όμως άνοιγες κάποτε και κανένα βιβλίο, όπως εγώ που ασχολούμαι με την πολιτική και με χίλια δυο άλλα, θα γνώριζες πόσο ο Αλέξανδρος, όπως λένε, θαύμαζε την ψυχική ανωτερότητα του Διογένη· εσύ όμως δεν έχεις, πιστεύω, καμιά κλίση σ’ αυτά. Και πώς να έχεις; Απέχεις παρασάγγες· εσύ θαυμάζεις κάτι δύστυχες γυναίκες που αγαπούν την πεθαμένη ζωή!* Αν, λοιπόν, τούτος ο λόγος μου έφερε κάποιο αποτέλεσμα, το όφελος είναι και για τους δυο μας. Αν πάλι δεν κατόρθωσα τίποτα με την αυτοσχέδια ομιλία μου πάνω σε τόσο σοβαρά θέματα, την οποία έγραψα, όπως λέμε, χωρίς να πάρω ανάσα -γιατί αυτή τη δουλειά την έκανα πάρεργο μέσα σε δυο μέρες, πράγμα που γνωρίζουν καλά οι Μούσες ή μάλλον κι εσύ ο ίδιος, επειδή γνωρίζεις καλά τι προηγήθηκε- και πάλι δεν μετανοώ που μίλησα με σεβασμό για τον άνθρωπο εκείνο.
[*]

Πηγή: «Ιουλιανός – Άπαντα» (Εκδόσεις «Κάκτος»)


Ιουλιανός : Εις τους ...
Κατηγορία: Φιλοσοφία
emo




































Μπικίνι πάρτυ .
emo

































Προσοχή στο κενό .
emo


Στο επίνειο της Κορίνθου, το Λέχαιο, ένας άντρας αγνάντευε το πέλαγος που ανοιγότανε μπροστά του σαν ένα μεγάλο γαλάζιο υφαντό. Κοιτούσε την θάλασσα που αγκάλιαζε σαν μάνα το παιδί της. Η Κόρινθος τον 7ο π.Χ. αιώνα ήταν η μητρόπολη εκατοντάδων αποικιών και εμπορικών σταθμών που κάλυπταν όλη την ακτογραμμή της Μεσογείου, από την Ανατολή έως την Δύση και από τον Βορρά έως τον Νότο, διαδίδοντας τον Ελληνικό πολιτισμό και τις επιστήμες στους βάρβαρους λαούς. Μερικές από τις αποικίες της Κορίνθου που στόλιζαν σαν διαμάντια την Μεσόγειο ήταν οι Συρακούσες στην Σικελία, η Κέρκυρα στο Ιόνιο και η Αμβρακία (Άρτα) στην Ηπειρωτική ακτή. Για να μπορέσουν να συντηρήσουν το εμπόριό τους και να το προστατεύσουν χρειάζονταν γρήγορα πολεμικά πλοία. Αυτά σκεφτόταν ο Αμεινοκλής βλέποντας τις ολκάδες (εμπορικά πλοία), τις διήρεις (πολεμικά πλοία) και τις πεντηκοντόρους (διαφόρων χρήσεων) να αρμενίζουν μπροστά του.

Ο Αμεινοκλής καταγόταν από την γενιά των Βακχιαδών όπως και ο περίφημος τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος. Επειδή ήταν αρχιτέκτονας και ναυπηγός του είχαν ζητήσει οι άρχοντες της Κορίνθου να φτιάξει ένα γρήγορο ποντοπόρο πλοίο, ελαφρύ και ευέλικτο για τις μάχες που έδιναν με άλλους Έλληνες, αλλά και βαρβάρους. Ήθελε να φτιάξει ένα πλοίο που όμοιό του δεν θα υπήρχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Αμεινοκλής είδε μπροστά του να περνάει μια διήρης, όμως του φαινόταν λειψή. Κάτι της έλειπε, αλλά δεν ήξερε ακόμη τι. Ξαφνικά του ήρθε η έμπνευση να προσθέσει σε αυτό το πλοίο μια σειρά κουπιά ακόμη, αλλά σκέφτηκε πως θα γινόταν τελείως άχαρο και βαρύ σαν πλοίο. Παρ΄όλα ταύτα ξεκίνησε να το σχεδιάσει. Συμπλήρωνε, έσβηνε κι έγραφε ξανά και ξανά τα σχέδιά του. Επίσης, δεν ήξερε πόσους κωπηλάτες να βάλει. Αυτό που ήξερε όμως στα σίγουρα ήταν το τι ξύλο θα χρησιμοποιούσε. Θα το έφτιαχνε από ξύλο έλατου για να είναι στοιβαρό.

Όταν ολοκλήρωσε την σχεδίαση, κάλεσε τους εργάτες του ναυπηγείου και τους εξήγησε τι επρόκειτο να κάνουν. Οι εργάτες συνέλεξαν την κατάλληλη ξυλεία και άρχισαν το 704 π.Χ. περίπου την κατασκευή του πλοίου που έμελε να κυριαρχήσει για 1.200 χρόνια στην Μεσόγειο και να αντιγραφεί από εχθρούς και φίλους.

Πρόσθεσε μια σειρά κουπιών στην διήρη και οι κωπηλάτες έγιναν 170. Το μήκος του πλοίου ήταν 35 με 40μέτρα και 4.5 με 5 μέτρα πλάτος και ζύγιζε 50 με 70 τόνους με όλο τον φορτίο και τους ναύτες μαζί.
Ο Αμεινοκλής και οι Κορίνθιοι θαύμασαν αυτό το θαύμα της ναυσιπλοίας που έσκιζε τα κύματα με 10 κόμβους ανά ώρα, περίπου 10 ναυτικά μίλια. Η τριήρης έφτασε στην μέγιστη ακμή της τον 5ο αιώνα π.Χ., στην διάρκεια των περσικών πολέμων και μετά στην ηγεμονία του Κίμωνα περίπου το 460 π.Χ. που έγινε κατάφρακτη, δηλαδή προστέθηκε κατάστρωμα επάνω της και μπορούσε να επιβιβάσει περίπου 30 πεζοναύτες που θα επιτίθονταν στα εχθρικά πλοία.

Η τριήρης επίσης, ήταν ο πρόδρομος όλων των μετέπειτα πολεμικών πλοίων της αρχαιότητας όπως η οκτήρης, η ενήρης, η δωδεκήρης, η δεκαπεντήρης, η δεκαεξήρης, η εικοσήρης, η τριακοντήρης και η τεσσαρακοντήρης που όμως δεν κατάφερε να πλεύσει λόγω του μεγέθους του (τα νούμερα δεν αφορούσαν πάντοτε τον αριθμό των σειρών των κουπιών). Ο δρόμων το καλύτερο πολεμικό πλοίο του Βυζαντίου που αντικατέστησε την τριήρη τον 5ο π.Χ., έλκει την καταγωγή του από αυτήν.

Αυτός ήταν λοιπόν ο Αμεινοκλής από την Κόρινθο που κατασκεύασε την τριήρη τον 7ο π.Χ. αιώνα, ένα από τα καλύτερα και πιο αξιόπλοα πλοία που έσχισαν τα κύματα από το λυκαυγές του ανθρώπινου πολιτισμού έως τις μέρες μας.
Αίας ο Τελαμώνιος
Αγνωστες μορφές του ...
emo


Ο δονητής, είναι ερωτικό βοήθημα, που έχει κατά κύριον λόγο το σχήμα τού φαλλού (πέος σε στύση). Χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο του ανδρικού μορίου από γυναίκες από αρχαιότατα χρόνια με σκοπό την ερωτική ευχαρίστηση. Το όνομα αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δονητές περιέχουν μπαταρία και σύστημα που προκαλεί παλμούς-δονήσεις.

Ο πρώτος δονητής χρονολογείται το 28.000 π.Χ. Το 2005, μια ομάδα αρχαιολόγων ανακάλυψε 13 θραύσματα από αποξηραμένη λάσπη σε μια περιοχή στη Γερμανία. Όταν συναρμολόγησαν τα κομμάτια ανακάλυψαν ότι δεν επρόκειτο για κάποιον αρχαίο υπολογιστή ή μια μπαταρία από την Μεσοποταμία αλλά για έναν τεράστιο δονητή. Ο δονητής μήκους 20 εκατοστών και διαμέτρου 3 εκατοστών χρονολογείται από την εποχή τών παγετώνων. Ο καθηγητής Νίκολας Κόναρντ, μέλος τής ομάδας που εξέτασε το εύρημα, συμπέρανε ότι χρησιμοποιούνταν ως ερωτικό βοήθημα επειδή ήταν «εξαιρετικά λείο…».

Ωστόσο, πραγματικά τεκμηριωμένη ύπαρξη δονητή, έχουμε από την Αρχαία Ελλάδα. Η ονομασία του ήταν «όλισβος» και ήταν φτιαγμένος από πέτρα, δέρμα και σε μερικές περιπτώσεις ξύλο. Αγοραζόταν και χρησιμοποιούνταν κυρίως από ελεύθερες γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, όπως εταίρες (πόρνες), χήρες και παντρεμένες κατά την απουσία τών συζύγων τους. Ο Κρατίνος, λέει ότι οι φιλήδονες γυναίκες χρησιμοποιούσαν ολίσβους («μισηταί δε γυναίκες ολίσβοισιν χρήσονται»). Σύμφωνα με τον σχολιαστή Τρύφωνα, η λέξη «μισητή» διαφέρει από την λέξη «μισήτη». Η πρώτη, η οξύτονη, σημαίνει αξιομίσητη, ενώ η δεύτερη, η παροξύτονη, σημαίνει φιλήδονη (την καταφερή προς την συνουσία). Ο Αριστοφάνης βάζει τη Λυσιστράτη (στ. 109-110 ) να λέει: «Ουκ είδον όλισβον οκτωδάκτυλον, ος ην ημίν σκυτίνη επικουρία…». Και ο Βάρναλης το μεταφράζει ως: «Άι και να ‘χα μια πέτσινη λεγάμενη οχτώ δάκτυλα να βολευτώ…». Το 1997, δίπλα από το Ωδείο τής Αρχαίας Αγοράς, ανακαλύφθηκε αρχαίος οίκος ανοχής και λουτρά κι ανάμεσα στα υπόλοιπα ευρήματα, ήταν και θραύσµατα από ένα είδος αρχαίου δονητή (µε κινητό µάλιστα στέλεχος). Σε αρχαίες ελληνικές απεικονίσεις, παρουσιάζεται η χρήση δονητή, όπως σε μία τού 6ου αιώνα π.Χ. όπου σε μια σκηνή στην οποία μια γυναίκα σκύβει και κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άντρα, ένας άλλος άνδρας είναι έτοιμος να βάλει στον πρωκτό της έναν όλισβο.

Αργότερα, αυτό το εργαλείο ηδονής έφτασε στην Ιταλία. Οι Ιταλοί για να το κάνουν πιο απολαυστικό έβαζαν και λάδι ελιάς πάνω στο εργαλείο για να γλιστράει κάνοντας το έτσι πιο ευχάριστο στην χρήση αν και δεν ήταν τόσο εύχρηστο λόγω υλικών κατασκευής και σχήματος. Οι Ιταλοί το αποκαλούσαν «ντιλέτο» που σημαίνει απόλαυση (κατά μία εκδοχή, αυτή είναι και η προέλευση τής σημερινής διεθνώς επικρατούσας ονομασίας Dildo).

Στα χρόνια τού Χριστιανισμού, η Εκκλησία επιβάλλει νέα αυστηρά κι αντιερωτικά ήθη. Δίνονται μάλιστα, σαφείς οδηγίες στον ανώτερο κλήρο για τις ερωτήσεις που μπορούν να θέτουν στους πιστούς κατά την εξομολόγηση. Ο επίσκοπος Μπούρχαρντ φον Βορμς συνέγραψε γύρω στο 1000 μ.Χ. ένα σχετικό εγχειρίδιο. Μια χαρακτηριστική ερώτηση: «Μήπως έκανες αυτό που συνηθίζουν να κάνουν μερικές γυναίκες, δηλαδή έφτιαξες ένα αντικείμενο το οποίο μοιάζει με το ανδρικό μόριο στο μήκος και το τοποθέτησες στο αιδοίο σου ή κάπου αλλού ή είχες συναναστροφές με άλλες γυναίκες; Ή μήπως άλλες γυναίκες είχαν ένα τέτοιο όργανο και είχαν συναναστροφές μαζί σου; Εάν συνέβη κάτι τέτοιο θα πρέπει να νηστέψεις για πέντε χρόνια τις προκαθορισμένες ημέρες…». Φαίνεται πάντως, ότι κι ο ίδιος ο κλήρος, οι μοναχοί και οι μοναχές, πάντως δεν κατάφερναν συχνά να τηρήσουν αυτά που κήρυτταν. Όταν πέθανε η Μαντάμ Γκουρντάν Στάουμπ στο Παρίσι, η οποία διατηρούσε τον πιο γνωστό οίκο ανοχής τής γαλλικής πρωτεύουσας στο τέλος του 18ου αιώνα, σε ένα μπαούλο βρέθηκε η αλληλογραφία της. Επιστολές τής έστελναν οι πιο επιφανείς πολίτες τής γαλλικής κοινωνίας, ανάμεσα σε άλλους και πάστορες που ήθελαν μια δεσποινίδα για να περάσουν το τελευταίο βράδυ τους στο Παρίσι πριν από την επιστροφή τους στην ενορία τής επαρχίας τους ή μοναχές που έκαναν παραγγελίες δονητών (η Μαντάμ Γκουρντάν Στάουμπ διατηρούσε και μια μικρή βιοτεχνία που κατασκεύαζε ξύλινους δονητές, οι οποίοι περιείχαν και ένα υγρό για μεγαλύτερη ικανοποίηση).

Κατά τον 15ο αιώνα, ο δονητής χρησιμοποιούνταν και στην Κίνα και κατασκευάζονταν από ξύλο, ενώ διακοσμούνταν και με διάφορα σχέδια.

Κατά την Βικτωριανή Εποχή και γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, ο κόσμος γνώρισε τον πρώτο λαστιχένιο δονητή, ο οποίος ήταν πολύ πιο ευχάριστος και εύχρηστος.

Ο δονητής όμως, ως εργαλείο δεν είχε σαν αυτοσκοπό μόνο την ερωτική ικανοποίηση. Στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούνταν και για τις υστερικές γυναίκες τής εποχής. Aπό την εποχή τού Iπποκράτη ως τη δεκαετία τού 1920, οι γιατροί ανακούφιζαν τα συμπτώματα τών υστερικών γυναικών μαλάζοντας με το χέρι τα γεννητικά τους όργανα μέχρι να τις φθάσουν σε οργασμό. Τον δεύτερο αιώνα, ο Γαληνός, ο σημαντικότερος γιατρός τού ελληνορωμαϊκού κόσμου, έγραψε ότι η υστερία ήταν μια ασθένεια που προκαλείται από τη ερωτική στέρηση σε ιδιαίτερα παθιασμένες γυναίκες. Διαγνώσκονταν συχνά σε παρθένες, καλόγριες, χήρες και παντρεμένες γυναίκες με μειωμένη ερωτική δραστηριότητα. Η θεραπεία ήταν η συνουσία, ενώ για τις γυναίκες χωρίς ερωτικό σύντροφο, αναλάμβανε την χειρομάλαξη τής κλειτορίδας μια μαία. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η χειρομάλαξη τής κλειτορίδας θεωρούνταν η μόνη κατάλληλη αγωγή κατά τής υστερίας, έτσι ώστε γυναίκες πήγαιναν στον γιατρό τους για «θεραπευτική αγωγή» στην περιοχή τής κλειτορίδας για να οδηγηθούν σε έναν «υστερικό παροξυσμό», γνωστόν σήμερα ως οργασμό. Η υστερία, που διαγνώστηκε ως ασθένεια (οι Έλληνες την είχαν περιγράψει σαν «μήτρα φλογερή») γίνεται ένα είδος πανούκλας μεταξύ τών γυναικών τής εποχής. Κάθε παράξενη συμπεριφορά που περιελάμβανε άγχος, ευερεθιστότητα, ερωτικές φαντασιώσεις, θεωρούνταν ως ένα σύμπτωμα και η ασθενής αποστέλλονταν στον γιατρό για τα περαιτέρω. Στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, ο αριθμός τών γυναικών που επισκέπτεται τα ιατρεία είναι τέτοιος ώστε οι γιατροί, αρχίζουν να κουράζονται με το χέρι και ψάχνουν να εφεύρουν κάτι αποδοτικό, για να συνεχίσουν την δουλειά τους.
Ο πρώτος μηχανοκίνητος δονητής, εφευρέθηκε από τον Αμερικανό γιατρό Τζόρτζ Τέιλορ. Η συσκευή αυτή ήταν ατμοκίνητη και παρ’ όλο που ήταν αρκετά περίεργη, ανακούφισε αρκετά τούς γιατρούς, που είχαν καταλήξει να έχουν οι ίδιοι μυικά προβλήματα στα χέρια.

Το έτος 1883, ο Βρετανός γιατρός Τζόζεφ Μόρτιμερ Γκράνβιλ θα κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τον πρώτο ηλεκτρομηχανολογικό δονητή με φαλλικό σχήμα. Η ογκώδης αυτή συσκευή είχε και το παρατσούκλι «το σφυρί τού Γκράνβιλ». Τώρα, η «θεραπεία» που πριν διαρκούσε έως και μία ώρα, με σημαντικό ποσοστό αποτυχίας, έφτασε να πραγματοποιείται σε λίγα λεπτά και σχεδόν πάντοτε επιτυχώς.

Η ποικιλία των δονητών, μετά την ανακάλυψη τού γιατρού Γκράνβιλ, είναι πολύ μεγάλη. Το 1902, η αμερικανική εταιρεία «Hamilton Beach» κατοχυρώνει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τον πρώτο ηλεκτρικό δονητή που διατίθενται για λιανική πώληση, κάνοντας τον δονητή, την πέμπτη οικιακή συσκευή η οποία καθίστανται ηλεκτροφόρα, μετά τη ραπτομηχανή, τον ανεμιστήρα, τον βραστήρα τσαγιού και την τοστιέρα, και περίπου μια δεκαετία πριν από την ηλεκτρική σκούπα και το ηλεκτρικό σίδερο. Στην συνέχεια, κάνουν την εμφάνιση τους και δονητές που λειτουργούν με μπαταρίες ή αέριο, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων που έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν με…πετάλια. Οι συσκευές έχουν ταχύτητες που κυμαίνονται 1000 με 7000 παλμούς ανά λεπτό και σύντομα οι τιμές θα γίνουν προσιτές για οικιακή χρήση. Σε πολλούς γυναικείους καταλόγους ο δονητής διαφημίζεται ως ένα εργαλείο κατά τής πίεσης και τού άγχους τών γυναικών, καθώς και ως το μυστικό τής νεότητας. Η χρήση του δονητή φτάνει σε τέτοια ακραία σημεία που ορισμένα μοντέλα περιλαμβάνουν ένα ρυθμιζόμενο ανταλλακτικό όταν χαλάσει από την χρήση ο βασικός.

Σε εκείνα τα χρόνια, η εφαρμογή τού δονητή στην κλειτορίδα ήταν αποκλειστικά μια ιατρική πρακτική. Τα προβλήματα και τα ταμπού αρχίζουν αργότερα, μετά το 1920, όταν οι δονητές κάνουν την εμφάνιση τους στις πρώτες πορνογραφικές ταινίες. Από εκείνη τη στιγμή, ο δονητής αρχίζει να χάνει την εικόνα τού ιατρικού εργαλείου και θα αποκτήσει μια αρνητική χροιά, και θα κρατήσει αυτός ο «παρεξηγημένος» χαρακτήρας για αρκετές δεκαετίες. Οι γυναίκες φρόντιζαν να τον κρύβουν στα πιο απόκρυφα σημεία τού σπιτιού για να μην τον δει ο σύζυγος και παρεξηγηθεί. Στην αντίπερα όχθη, ήταν μεγάλη προσβολή για τον άντρα, να έχει η γυναίκα του δονητή. Κάτι σαν να τον κεράτωνε ή κάτι σαν να γινόταν μια πρόστυχη δακτυλοδεικτούμενη γυναίκα τού δρόμου. Ο διάσημος ψυχίατρος Σίγκμουντ Φρόιντ είχε απαξιώσει και δυσφημίσει την ιατρική χρήση τού δονητή. Το 1952, η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γυναικεία υστερία ήταν ένας μύθος και όχι μια ασθένεια. Έτσι, οι γυναίκες έχασαν πλέον μια καλή δικαιολογία για την αγορά δονητή.

Ο δονητής επανεμφανίστηκε λόγω της «σεξουαλικής επανάστασης» της δεκαετίας του 1960. Το 1966, ο Τεντ Μαρς βγάζει στην αγορά, τον πρώτο δονητή από καουτσούκ καθώς και άλλα ερωτικά βοηθήματα. Στις 30 Ιουνίου 1966, ο Τζον Τέιβελ υπέβαλλε αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τον «ασύρματο ηλεκτρικό δονητή για χρήση στο ανθρώπινο σώμα», εγκαινιάζοντας έτσι τον σύγχρονο προσωπικό δονητή. Ο ασύρματος δονητής κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 28 Μαρτίου 1968, και ακολουθήθηκε σύντομα από βελτιώσεις, όπως τις πολλαπλές ταχύτητες, ενώ σύντομα κατέστη φθηνότερος για την παραγωγή και ευκολότερος στον καθαρισμό.

Η περαιτέρω ανάκαμψη τών δονητών στην εκτίμηση τής συντηρητικής κοινωνίας μας ήρθε στην δεκαετία τού ’80, από την άκρως συντηρητική Αμερική. Εκεί, έκαναν την εμφάνισή τους δειλά δειλά τα πρώτα «sex shops» (καταστήματα πώλησης ερωτικών ειδών και βοηθημάτων), που είχαν στις προθήκες τους δονητές και άλλα ερωτικά παιχνίδια. Για να έρθουμε στις μέρες μας και να βρούμε τους δονητές να γίνονται και πάλι διάσημοι και πλήρως απενοχοποιημένοι, καθώς πλέον στο εξωτερικό (αλλά και στην Ελλάδα σταδιακά), οι γυναίκες ψωνίζουν δονητές μόνες τους.

Στις μέρες μας, υπάρχουν διάφορα είδη δονητών (που δεν χρησιμοποιούνται πια αποκλειστικά από γυναίκες, αλλά κάποια απ’ αυτά κι από άνδρες), που διαφοροποιούνται αναλόγως το σχήμα, την χρήση τους, τον τρόπο λειτουργίας, ή και το υλικό κατασκευής τους. Έτσι, υπάρχει ο ρεαλιστικός δονητής, ο δονητής «πύραυλος», ο δονητής κλειτορίδας, ο δονητής πρωκτού, ο δονητής θηλών, ο δονητής «G-spot», ο δονητής «πεταλούδα», ο δονητής «λαγός», ο δονητής «αβγό», ο δονητής «τσέπης» κ.ά. Ειδικά για τούς άνδρες, υπάρχουν τα «δαχτυλίδια» πέους. Οι δονητές κατασκευάζονται κατά κύριον λόγο από πλαστικό, καουτσούκ, μέταλλο, ξύλο και σιλικόνη, ενώ, αναλόγως τον τύπο, μπορεί να είναι είναι ηλεκτρικοί (ή να λειτουργούν με μπαταρίες), ή όχι. Τα περισσότερα είδη δονητή είναι εξωτερικής χρήσεως. Η τεχνολογία μάλιστα, έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που υπάρχουν και δονητές που συγχρονίζονται με τον ρυθμό μιας συσκευής αναπαραγωγής…μουσικής.
www.pare-dose.net
Η ιστορία του δονητή ...
emo


Το δράμα του Γολγοθά, η σταύρωση του Ιησού Χριστού, ήταν μεν μια από τις πολλές σταυρώσεις της εποχής Του, ήταν όμως αυτή που είχε μοναδική σημασία για την ανθρώπινη Ιστορία σε νόημα και συνέπειες. Η εκούσια θυσία Του στο σταυρό πρόσφερε τη σωτηρία στον αμαρτωλό άνθρωπο και άνοιξε το δρόμο προς τον Πατέρα.
Αν και έχουν περάσει από το γεγονός της θυσίας Του τόσοι αιώνες, δεν έχει ακόμα εξαντληθεί το ενδιαφέρον των Χριστιανών για την εξακρίβωση των λεπτομερειών της σταύρωσης του Χριστού. Το ενδιαφέρον αυτό δεν βρίσκει επαρκή και πλήρη ικανοποίηση στη λακωνική συντομία των Ευαγγελίων. Οι πληροφορίες τους για τη σταύρωση Του Ιησού και των ληστών που σταυρώθηκαν μαζί Του είναι λιγοστές, πιθανώς επειδή η διαδικασία αυτή ήταν γνωστή στους συγχρόνους τους, προς τους οποίους και απευθύνονταν τα Ευαγγέλια. Η λακωνικότητα των πληροφοριών αφήνει πάρα πολλά κενά και δεν προσφέρει σαφή και πλήρη εικόνα της σταύρωσης. Για παράδειγμα, μόνον η αφήγηση του Ιωάννη γι’ αυτά που ειπώθηκαν μεταξύ του αναστημένου Ιησού και του Θωμά που δυσπιστούσε, η οποία αναφέρει για τον «τύπο των ήλων», μας δίνει την πληροφορία της «καθήλωσης», της σταύρωσης δηλαδή με το κάρφωμα των χεριών και των ποδιών Του, αν και μερικοί αμφισβητούν την καθήλωση των ποδιών. Με τον ίδιο τρόπο και η πράξη του βουλευτή από την Αριμαθαία αποκτά την έννοια της «αποκαθήλωσης».

Η προ-ρωμαϊκή προέλευση και εξέλιξη του σταυρού και της σταύρωσης
1) Οι αρχαίοι Έλληνες, από τον Όμηρο και πέρα, ονόμαζαν σταυρούς τους ξύλινους πασσάλους, τους οποίους έμπηγαν στο έδαφος και χρησίμευαν για περίφραξη (σταύρωση, σταύρωμα) διαφόρων χώρων (οικιών, αυλών, στρατοπέδων, κτημάτων, κήπων, στάβλων ή ναυστάθμων). Οι Έλληνες δεν είχαν όρο που να αποδίδει τον σύνθετο δίξυλο σταυρό. Η πήξη των πασσάλων αυτών κι η περιχαράκωση αποδιδόταν με το ρήμα «σταυρόω», η περίφραξη λεγόταν «σταύρωση» και το περίφραγμα «σταύρωμα». Οι σταυροί ή πάσσαλοι, με την παραπάνω έννοια, ήταν κλαδιά και κορμοί δένδρων. Οι έννοιες «σταυρός» και «δένδρο» ήταν συγγενείς κι αλληλοεξαρτώμενες, πριν ακόμα συνδεθούν με την ποινική τιμωρία. Κατά μια άποψη η λέξη «σταυρός» προέρχεται από τη ρίζα «σταF» του ρήματος «ίστημι». Αντίστοιχη είναι στην ινδική σανσκριτική η ρίζα stav- στη λέξη stavaras (σταθερός) και στο γλωσσικό ιδίωμα Zend των Ιρανών στη λέξη stavra (σταθερός, άτεγκτος, αυστηρός, δυνατός). Επίσης στις λατινικές λέξεις stiva και instauro και στη γοτθική sturjan (ιστάναι, μεταφορικά: διαβεβαιώνω).
Σχεδόν ταυτόσημες έγιναν οι έννοιες σταυρός – δένδρο, όταν η ανθρωπότητα, από την πρώιμη κιόλας ιστορία της, χρησιμοποίησε το δένδρο για κάποιου είδους μαρτύριο, του οποίου ο σκοπός ήταν να συνδυάζει όσο το δυνατόν σφοδρότερους πόνους με τον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό. Το μαρτύριο αυτό ήταν η ανάρτηση προς βαθμιαία θανάτωση. Το πιο πρόχειρο μέσο γι’ αυτό ήταν το δένδρο, ο αρχαίος σταυρός. Σταύρωση από τότε ονομάστηκε η ανάρτηση πάνω σε κορμό δένδρου προς βαθμιαία θανάτωση. Έτσι, ο κορμός του δένδρου είναι το πιο αρχαίο σχήμα του σταυρού σαν θανατικού οργάνου, η σύνδεση δε σταυρού και δένδρου μεταφυτεύθηκε στην ποινική πρακτική των λαών.
Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, στερέωναν στο έδαφος ξύλα υψηλά, όμοια με κορμούς δένδρων, και τέτοιοι «σταυροί» (μονόξυλα ικριώματα) εξυπηρετούσαν πιο πρόχειρες λύσεις και η σταύρωση πάνω σ’ αυτούς (η δια αναρτήσεως θανάτωση) γινόταν σε ομαδικές σταυρώσεις, γιατί ήταν πιο απλή διαδικασία κι απαιτούσε λιγότερο χρόνο. Τέτοιου είδους σταυροί χρησιμοποιούνταν όπου δεν υπήρχαν δενδρόφυτες εκτάσεις, ακόμα και σε εποχές που το σχήμα του σταυρού είχε εξελιχτεί.
Έτσι, ο Δαρείος μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας «ανασκολόπισε (κάρφωσε, παλούκωσε, σταύρωσε) τρεις χιλιάδες άνδρες, τους κορυφαίους από τους Βαβυλωνίους»[1] (Ηρόδοτος, Γ,159). Ο Αλέξανδρος ο Ιαννέας ή Ιανναίος, βασιλιάς και αρχιερέας των Ιουδαίων (103-76 π.Χ.), μετά την κατάκτηση της Βεθόμης, «ανασταυρώσαι πρόσταξε αυτών ως οκτακόσιους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 13,14,2). Ο Γκουιντίλιους Βάρους, ανθύπατος της Συρίας, «ανεσταύρωσε περί δισχιλίους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 2,5,2). Ο Τίτος για πολλούς μήνες πάνω από 500 αιχμαλώτους καθημερινά, έξω από την Ιερουσαλήμ, «μαστιγούμενοι δε και προβασανιζόμενοι του θανάτου πάσαν αικίαν, ανεσταυρούντο του τείχους αντίκρυ» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 5,11,1).
Για το σχήμα του σταυρού, σαν αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε με τη λέξη αυτή, αποτελούμενο από δυο ξύλα συναρμοσμένα, οι αρχαίοι δεν είχαν ξεχωριστή λέξη. Η ετυμολογία της λέξης crux είναι άγνωστη. Οι Ρωμαίοι μεταχειρίζονται τη λέξη palus, που είναι ταυτόσημη με τη λέξη crux.
2) Στους Αιγύπτιους η σταύρωση με την έννοια της ανάρτησης πάνω σε κάθετα μπηγμένο στο έδαφος ξύλου, ήταν γνωστή ήδη από τα μέσα του 17ου π.Χ. αιώνα. Επιβαλλόταν σαν ποινή σε πρόσωπα που ήταν κάτω από κυρίους και αυθέντες. Αυτό συνάγεται από τη Γένεση 40:18-19, όπου ερμηνεύοντας ο Ιωσήφ στη φυλακή το όνειρο του αρχισιτοποιού του Φαραώ είπε: «Εντός τριών ημερών ο Φαραώ θα σε καλέσει και θα σε κρεμάσει σε δένδρο, τα δε πτηνά θα φάνε τη σάρκα σου από πάνω σου».[2]
Οι Ισραηλίτες στην Αίγυπτο γνώριζαν τη σταύρωση σαν θανάτωση πάνω σε κάθετο ξύλο, όταν βρίσκονταν στη Γεσέν κάτω από την ισχυρή προστασία του Ιωσήφ. Δεν την συμπεριέλαβαν όμως στις θανατικές ποινές και περιορίστηκαν στην ανάρτηση επί ξύλου των νεκρών σωμάτων αυτών που είχαν ήδη θανατωθεί με άλλον τρόπο, χάριν ονειδισμού.
3) Στους Πέρσες συναντάμε τη σταύρωση και σαν μεταθανάτια ανάρτηση πάνω σε ξύλο για παραδειγματισμό και σαν τρόπο θανάτωσης. Κατά τον Ηρόδοτο (Ζ,238), ο Ξέρξης, μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες (480 π.Χ.), «διήλθε δια μέσου των νεκρών και την κεφαλή του Λεωνίδα, μόλις άκουσε ότι ήταν αρχηγός και βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, διέταξε, αφού την κόψουν, να την κρεμάσουν σ’ ένα πάσσαλο (ανασταυρώσαι)».[3]
Είναι γνωστό το περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Ιουδαίο αυλικό Μαρδοχαίο, ο οποίος το 484 π.Χ. αποκάλυψε συνωμοσία κατά της ζωής του Ξέρξη. Μετά από δέκα χρόνια, ο Αμάν, ύπατος αξιωματούχος της αυλής, ετοίμαζε την εξόντωση του Μαρδοχαίου κι όλων των Ιουδαίων του Βασιλείου. Η Εσθήρ άσκησε όλη την επιρροή της στον βασιλιά να αλλάξει γνώμη. Πράγματι αυτό έγινε, όταν ο Ξέρξης ξαναθυμήθηκε την προ δεκαετίας πολύτιμη υπέρ της ζωής του υπηρεσία που του είχε προσφέρει ο Μαρδοχαίος. «Είπε δε Βουγαθάν (εβραϊκό κείμενο: Αρβωνά), ένας από τους ευνούχους, προς τον βασιλέα: Ιδού και ξύλο, πενήντα πήχεις ύψος, ετοίμασε Αμάν για τον Μαρδοχαίο, ο οποίος μίλησε για το καλό του βασιλιά, και στέκεται στο σπίτι του Αμάν. Είπε δε ο βασιλιάς: Κρεμάστε τον (σταυρωθήτω) πάνω σ’ αυτό. Και κρέμασαν τον Αμάν πάνω στο ξύλο» (Εσθήρ 7:9-10).
Η εποχή αυτή της Περσικής ακμής είναι για την ιστορία της σταύρωσης μεταβατική εποχή στην περιοχή της Ανατολής. Αρχίζει να εφαρμόζεται σαν θανατική ποινή βαρύτατης μορφής και όχι απλά σαν επίταση του ονειδισμού κάποιου, που είχε προηγουμένως θανατωθεί με άλλο τρόπο. Έτσι αποκρυσταλλώθηκε η σημασία του όρου «σταύρωση», που σήμαινε πλέον τη θανάτωση με την ανάρτηση κάποιου σε μονόξυλο σταυρό (ικρίωμα).
Στους Έλληνες και στους Ρωμαίους σταύρωση ονομαζόταν και ο ανασκολοπισμός. «Σκόλοψ» ήταν το θανατικό ξύλο, λεπτότατο και αιχμηρό στην πάνω του άκρη για να εισχωρεί ευκολότερα με τα χτυπήματα του πέλεκυ στα σπλάγχνα του ανασκολοπιζόμενου και να τον διαπερνά σουβλίζοντάς τον. Στη συνέχεια ο «σκόλοψ» στερεωνόταν στο έδαφος. Από τη διάτρηση αυτή μπορεί κάποιος να φανταστεί τη φλόγωση των σπλάγχνων και τη δριμύτητα των πόνων. Το μόνο ελαφρυντικό αυτού του μαρτυρίου ήταν ότι ο θάνατος ερχόταν ταχύτερα από τη συνήθη σταύρωση.
Και αυτοί που σταυρώνονταν και αυτοί που ανασκολοπίζονταν, εφόσον έμεναν εκτεθειμένοι πάνω στο ξύλο, γίνονταν βορά των γυπών και των αρπακτικών ορνέων.
4) Οι Έλληνες γνώρισαν τη σταύρωση και με την αρχαία μορφή θανάτωσης με την ανάρτηση πάνω σε μονόξυλο, και με τη μορφή του ανασκολοπισμού, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα στη Μ. Ασία από τους ανατολικούς λαούς.
Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, ο βασιλιάς Κρέων απειλεί αυτούς που φρουρούσαν το πτώμα του Πολυνείκη: «Δεν θα είναι αρκετός μόνος ο Άδης για σας, αλλά θα σας κρεμάσω πρώτα ζωντανούς ώσπου να μου φανερώσετε ποιος έκανε αυτή την αισχρή πράξη» (Αντιγόνη, 308-309).
Ο σταυρός και η σταύρωση στους Ρωμαίους
Στο ρωμαϊκό κράτος η ιστορία της σταύρωσης παρουσιάζει άφθονες περιπτώσεις, γιατί για την ποινική αυτή πράξη έχουμε πάρα πολλές μαρτυρίες και γιατί το Ρωμαϊκό Δίκαιο, που αποτέλεσε την πηγή και τη βάση όλων των μετέπειτα Δικαίων, ερευνήθηκε κι ερευνάται ακόμα και σήμερα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο Δίκαιο.
Οι Ρωμαίοι διέκριναν τα εγκλήματα: α) σε criminal capitalia, τα οποία τιμωρούνταν με κάποια poena capitalis, δηλαδή με κάποια ποινή που στερούσε τον κατάδικο και από την προσωπική του κατάσταση (status) και τη ζωή του, εξαφανίζοντας και την ηθική του υπόσταση και τη φυσική του ύπαρξη, και β) σε delicta publica, τα οποία διώκονταν από τη δημόσια κατηγορία (accusatio publica), σαν εγκλήματα που πρόσβαλλαν την κοινή ασφάλεια.
Στην Καινή Διαθήκη περιέχονται αρκετές πληροφορίες για τη προφυλάκιση των κατηγορουμένων και τον τρόπο διαβίωσης στις φυλακές. Όσοι συλλαμβάνονταν προφυλακίζονταν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσή τους (Πράξεις 12:4). Μπορούσαν μάλιστα να εκμισθώνουν δικό τους διαμέρισμα, όπου εξέτιαν την προφυλάκισή τους (Πράξεις 28:16), και να δέχονται επισκέψεις, κατά τις οποίες συνομιλούσαν ελεύθερα (Πράξεις 28:30-31) και μέσω των οποίων επικοινωνούσαν με τον έξω κόσμο (Ματθαίος 11:2-4, Πράξεις 24:23, Φιλιππισίους 1:12). Από τον Ιησού Χριστό επιβάλλονταν τέτοιες επισκέψεις σε όσους βρίσκονταν στις φυλακές, σαν εκδήλωση φιλαλληλίας και χριστιανικής αγάπης (Ματθαίος 25:36). Οι κρατούμενοι μπορούσαν να ψάλλουν στα κελιά τους (Πράξεις 16:25). Επίσημους κρατουμένους, των οποίων η απόδραση θα είχε συνέπειες, τους έδεναν με αλυσίδες (Πράξεις 28:20, Εφεσίους 6:20, Φιλήμονας 9, Κολοσσαείς 4:3,18), στις οποίες δένονταν μαζί του και οι φρουροί εναλλάξ (Πράξεις 12:6), άλλοι δε φρουροί φρουρούσαν τις πόρτες εσωτερικά κι εξωτερικά (Πράξεις 12:10). Αν υπήρχε ανάγκη, έπαιρναν ακόμα πιο αυστηρά μέτρα φρούρησης (Πράξεις 12:4, 16:24).
Οι πριν από τη σταύρωση θανατικές ποινές ήταν:
1) Η κρήμνιση από την Ταρπηία πέτρα. Πριν την περίοδο της Δημοκρατίας (510 π.Χ.), η θανατική ποινή εκτελείτο με την κατακρήμνιση του κατάδικου από υψηλό βράχο, στη Ρώμη από την Ταρπηία πέτρα.
2) Η furca (φούρκα). Η στήριγξ, στην ελληνική γλώσσα, ήταν τριγωνική σύνθεση τριών ξύλων, βρισκόταν συνήθως στα αγροκτήματα και χρησίμευε για τη στήριξη του άξονα των τροχοφόρων, όταν δεν ήταν ζεμένα στα ζώα. Το απλό και αθώο αυτό αγροτικό αντικείμενο, λόγω του ότι ήταν πρόχειρο και άφθονο στην ύπαιθρο, χρησίμευε σαν μέσο τιμωρίας των δούλων, που όμως στην αρχή δεν έφτανε μέχρι τη θανάτωση. Δεν ήταν θανατική, αλλά μόνο διαπομπευτική, χλευαστική, ατιμωτική ή απλώς πειθαρχική ποινή που εφαρμοζόταν στους δούλους. Τους ξεγύμνωναν, πάνω στον τράχηλό τους τοποθετούσαν την πάνω γωνία της furca, στους δυο πλάγιους δοκούς έδενε με σχοινί ο ραβδούχος (lictor) τα μπράτσα του δούλου, έτσι ώστε η υποτείνουσα του τριγώνου να είναι προς τα εμπρός. Έτσι το θύμα, σκύβοντας από το βάρος της, διαπομπευόταν εκτεθειμένος σε γέλια και χλευασμούς, «καλείτο δε furcifer» (Πλούταρχος, Γάιος Μάρκιος Κοριολανός, 24). Αυτή η τιμωρία θεωρείτο πολύ εξευτελιστική, επειδή στερούσε από αυτόν που τιμωρείτο κάθε τιμή και εμπιστοσύνη.
Αργότερα, για να αυξηθεί η ατίμωση, η ad furcam damnatio συνδυάστηκε με ραβδισμούς (virgis verberatio), οι οποίοι, σε ηλικία πέρα από την εφηβική, θεωρούνταν πολύ προσβλητικοί και ατιμωτικοί. Για ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της ατίμωσης συνδυάστηκε με μαστίγωση (verberatio, flagellatio), η οποία, όταν οι δούλοι είχαν υποπέσει σε θανάσιμο έγκλημα, συνεχιζόταν μέχρι θανάτωσης.3) Το patibulum (πατίμπουλουμ). Όσο πρόχειρη ήταν η furca στην ύπαιθρο, τόσο πρόχειρο ήταν στις πόλεις το patibulum. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα patere (είναι ανοικτό) και δηλώνει κατά αντίφραση (a non patendo, είναι στο μη ανοικτό), το κλείστρο, αυτό που στην ύπαιθρο χρησιμοποιείται με την ονομασία μάνταλο, το επίμηκες ξύλο με το οποίο οι αρχαίοι Ρωμαίοι και μερικοί από τους ανατολικούς λαούς ασφάλιζαν εσωτερικά τις πόρτες σε όλο το μήκος τους. Αυτό ή παρόμοιο ξύλο τοποθετούσαν στη ράχη του θύματος και τα τεντωμένα μπράτσα του έδεναν στα άκρα από τη μια και την άλλη μεριά. Το θύμα κάτω από το βάρος του patibulum κι ενώ μαστιγωνόταν, περιφερόταν δια μέσου του όχλου, εκτεθειμένο στη χλεύη, την περιφρόνηση και τον εξευτελισμό. Συνήθως το θύμα υπέκυπτε σύντομα στον βασανισμό αυτόν.Η σταύρωση
Το patibulum διαδέχτηκε σαν ποινή η ανάρτηση πάνω σε δένδρο, δηλαδή ο πιο αρχαίος τύπος σταύρωσης. Σκοπός της σταύρωσης ήταν ο συνδυασμός όσο το δυνατόν πιο σφοδρών πόνων με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό.
Σαν θανατική ποινή η σταύρωση επιβαλλόταν:
α) Από τα ιεροδικαστήρια στους ιερόσυλους, σε αυτούς δηλαδή που πρόσβαλλαν κάποια θεότητα. Η ποινή στην περίπτωση αυτή είχε εξιλαστήριο χαρακτήρα.
β) Σ’ αυτούς που πρόσβαλλαν με ανόσια συνουσία την τιμή των Εστιάδων, των αφιερωμένων δηλαδή στη θεά Εστία παρθένων. Αυτοί καταδικάζονταν σε θάνατο ή με μαστίγωση βρισκόμενοι κάτω από τη furca, ή με σταύρωση, οι δε παρθένες θάβονταν ζωντανές.
γ) Στους δούλους. Πριν από την εποχή των αυτοκρατόρων, ρωμαϊκή νομοθεσία επέβαλλε την ποινή της σταύρωσης μόνο στους δούλους. Η σκληρότητα πάνω τους ήταν παροιμιώδης. Σαν επίταση της μαστίγωσης προστέθηκε η στίξη γραμμάτων με πυρακτωμένο σίδερο στο μέτωπο των δούλων (literati).
δ) Σε αυτούς που συνέτασσαν, υπεξαιρούσαν, αντικαθιστούσαν ή παραβίαζαν διαθήκες και σε όσους χρησιμοποιούσαν πλαστές σφραγίδες.
ε) Στις γυναίκες που ατιμάζονταν κι εκπαρθενεύονταν και στους κίναιδους άνδρες.
στ) Στους υπαίτιους για το θάνατο γυναίκας από έκτρωση ή από πόση φίλτρου και γενικά στους μάγους και συνεργούς μαγείας.
ζ) Σ’ αυτούς που παραβίαζαν τα ιερά και τα όσια κάποιου ή αποκάλυπταν απόρρητα για δυσφήμιση, βλάβη ή εκβιασμό.
η) Στους ένοχους έσχατης προδοσίας για εγκλήματα που στρέφονταν κατά της αυτοκρατορικής ιδιότητας και εξουσίας.
θ) Στους πιο διάσημους ληστές. Οι άσημοι θανατώνονταν με αποκεφαλισμό με πέλεκυ.
ι) Στους στρατιώτες, σε περίπτωση βαριάς αμέλειας στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
ια) Στους εχθρούς που έπεφταν στα χέρια τους αιχμάλωτοι.
ιβ) Στους Ρωμαίους πολίτες που ήταν ένοχοι βαρύτατων εγκλημάτων, κυρίως από την εποχή των αυτοκρατόρων και μετά. Πρέπει να σημειωθεί ότι γενικά απαγορευόταν αυστηρά η δέσμευση, μαστίγωση και θανάτωση, και μάλιστα σταύρωση, Ρωμαίου πολίτη.

Η εξέλιξη του σχήματος του σταυρού και οι αντίστοιχοι τρόποι σταύρωσης
1) Ο αρχαιότερος σταυρός ήταν μονόκερως (simplex crux), ξύλο υψηλό κάθετα μπηγμένο στο έδαφος, συνήθως κορμός δένδρου. Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, σε μέρη δημόσιας θέας που επιλέγονταν ειδικά για σταυρώσεις, στερέωναν στο έδαφος δοκούς.
Δυο ειδών σταυρώσεις πάνω σε μονόξυλο, του κυρίως «σταυρού», αναφέρονται:
α) Ο ανασκολοπισμός. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το αιχμηρό στην πάνω κορυφή του μονόξυλο (acuta crux) διατρυπούσε το υπογάστριο και τα εντόσθια του θύματος, με ισχυρά κτυπήματα με τον πέλεκυ διαπερνούσε τα σπλάγχνα και τη θωρακική κοιλότητα κι έβγαινε από τον θώρακα ή τη ράχη. Έπειτα στερεωνόταν στο έδαφος με τον ανασκολοπισμένο πάνω του.
β) Η ανασταύρωση. Η ανάρτηση και η πρόσδεση ή καθήλωση πάνω στον μονόξυλο σταυρό. Άλλοτε αυτόν που σταυρωνόταν τον κρεμούσαν νεκρό, αφού πρώτα είχε θανατωθεί με άλλον τρόπο, οπότε η ανασταύρωση ήταν αύξηση της ατίμωσης και αποσκοπούσε στον παραδειγματισμό των θεατών, άλλοτε πάλι το θύμα κρεμιόταν ζωντανό, για να πεθάνει στο σταυρό με «αργό θάνατο». Τέλος, το θύμα μπορούσε να κρεμαστεί στο σταυρό μόνο για να μαστιγωθεί, μετά το κατέβαζαν και το θανάτωναν με άλλον τρόπο.
2) Ο σύνθετος σταυρός σε σχήμα Τ (crux comissa). Αποτελείτο από ένα κάθετο ξύλο (staticulum) κι ένα οριζόντιο (antemna). Είναι μεταγενέστερη εξέλιξη του σχήματος του σταυρού. Το νέο αυτό σχήμα («ξύλο δίδυμο», «δίγλυφος δοκός») εμφανίζεται στην ακμή του Ρωμαϊκού κράτους, λίγο πριν την εποχή του Χριστού. Πάνω στον κυρίως σταυρό, δηλαδή στο κάθετο ξύλο (lignum, palus, crux) ανάρτησαν και προσάρμοσαν το patibulum, που ο καταδικασμένος πηγαίνοντας προς τον τόπο της σταύρωσης που ήταν έξω από την πόλη, το κουβαλούσε πάνω στους μαστιγωμένους ώμους του, έχοντας τα χέρια του σε έκταση δεμένα πάνω του από τη μια και την άλλη μεριά. Έτσι λοιπόν ο νέος αυτός τύπος του σταυρού σε σχήμα Τ ήταν η σύνθεση του crux και του patibulum (crux patibulata). Στο νέο αυτό σχήμα προσαρμόζεται νέος τρόπος σταύρωσης. Αυτός που κρεμιέται δεν προσδένεται, αλλά καθηλώνεται, δηλαδή καρφώνεται στο σταυρό. Πάνω στο οριζόντιο σκέλος απλώνονται τα χέρια του και στερεώνονται στα άκρα με ένα καρφί στο καθένα. Με τον ίδιο τρόπο καρφώνονται και τα πόδια στο κάθετο ξύλο, με ένα καρφί στο καθένα ή με ένα καρφί και στα δυο.
3) Άλλο σχήμα σταυρού είναι ο σταυρός Χ (crux decussata), ο λεγόμενος και Ανδρεανός (crux Andreana), γιατί σύμφωνα με την παράδοση, σε τέτοιο σταυρό υπέστη το σταυρικό μαρτύριο ο απόστολος Ανδρέας.
4) Σύνθετος σταυρός + (crux immissa). Πάνω στο σταυρό έπρεπε να υπάρχει αναρτημένη πινακίδα (titulus, δελτίο, αιτία, σανίδα), που ανέγραφε την κατηγορία που είχε σαν συνέπεια τη σταύρωση. Γι’ αυτό το λόγο κρίθηκε ότι το κάθετο σκέλος του σταυρού (stipes) έπρεπε να προεξέχει λίγο πάνω από το οριζόντιο. Έτσι προήλθε το νέο σχήμα του σταυρού (crux immissa), το οποίο έκτοτε επικράτησε και το οποίο εμείς σήμερα ονομάζουμε «σταυρό» στην κυριολεξία, και από αυτόν σχηματίσαμε τις λέξεις «διασταυρώνω» και «διασταύρωση». Το σχήμα αυτό είναι το πιο πιθανό να είχε ο σταυρός του Χριστού.
Περιγραφή της σταύρωσης
Μετά την εξαγγελία από τη ρωμαϊκή αρχή της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για σταύρωση, που γινόταν με διαταγή («ibis in crucem») που απευθυνόταν προς τον κατηγορούμενο, ακολουθούσε η μαστίγωση πριν από τη σταύρωση (verberatio, flagellatio). Η μαστίγωση ή φραγγέλωση εφαρμοζόταν από τους Ρωμαίους σαν αυτοτελής ποινή, σαν ανακριτικό μέσο για εκβιασμό απάντησης ή ομολογίας και σαν αιματηρή εισαγωγή στη σταύρωση. Σαν προοίμιο της φρικτής τραγωδίας καθιερώθηκε από τον Πόρκιο Νόμο (lex Porcia). Ο καταδικασμένος ξεγυμνωνόταν και μαστιγωνόταν δεμένος σε χαμηλή στήλη ή σε πάσσαλο ή στο δοκό (patibulum). Η μαστίγωση γινόταν συνήθως από δούλους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν συνήθως σαν εκτελεστικά όργανα της σταύρωσης κάτω από τη εποπτεία ενός ραβδούχου σαν δημίου. Η φραγγέλωση ήταν σκληρή και επώδυνη. Με τα πρώτα κιόλας πλήγματα η ράχη κοκκίνιζε από το αίμα που ανάβλυζε από τις σάρκες. Η διατάραξη που επερχόταν στην κυκλοφορία του αίματος και την ισορροπία του οργανισμού, η δοκιμασία της καρδιάς και του νευρικού συστήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές ο καταδικασμένος υπέκυπτε στη μαστίγωση.
Μετά τη μαστίγωση ακολουθούσε πορεία διαπόμπευσης. Οδηγούσαν τον κατάδικο στον τόπο της εκτέλεσης μέσα από τους δρόμους της πόλης υπό συνεχή και πάλι μαστιγώματα και κτυπήματα της πληγωμένης του πλάτης με αιχμηρές ράβδους. Κάτω από τα χλευαστικά σχόλια του όχλου, έφερε ο ίδιος είτε ολόκληρο το σταυρό, είτε το οριζόντιο σκέλος του , στο οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του.
Από τον τράχηλο του κατάδικου ήταν κρεμασμένη κι έπεφτε στο στήθος του η επιγραφή (δελτίο, σανίδα, αιτία, τίτλος, titulus), που ανέγραφε το έγκλημά του, για προφύλαξη ή προειδοποίηση των θεατών από τις συνέπειες παρόμοιου εγκλήματος.
Όταν η αποτροπιαστική πομπή έφτανε στον τόπο της σταύρωσης, είχε ήδη στηθεί το ικρίωμα, σπανιότερα μπηγόταν εκείνη την ώρα στο έδαφος το κάθετο ξύλο, που αποτελείτο είτε από ακατέργαστο κορμό δένδρου, είτε από κατεργασμένο (ιστός). Στη συνέχεια ανύψωναν το θύμα μαζί με το patibulum πάνω στο κάθετο ξύλο με τη βοήθεια σχοινιών, σταθεροποιούσαν τα δύο ξύλα και κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του (καθήλωση ή προσήλωση). Για να αποφύγουν το ενδεχόμενο της απόσχισης των καθηλωμένων άκρων, λόγω των σπασμών του σώματος από τους πόνους, μερικές φορές τα έδεναν και με σχοινιά. Για τον ίδιο λόγο παρέστη ανάγκη να σφηνώσουν μικρό πάσσαλο (cornu, κέρας, sedile, σκαλμός, πήγμα) στη μέση του κάθετου ξύλου, μεταξύ των μηρών του σταυρωμένου, για να μπορεί αυτός να στηρίζεται, ιππεύοντας πάνω στο στήριγμα αυτό. Το υποπόδιο (suppedaneum), στο οποίο υποτίθεται ότι καρφώνονταν τα πόδια, είναι μεταγενέστερη επινόηση αυτών που απεικονίζουν τη σταύρωση, που οφειλόταν στο ότι, επειδή το sedile δεν μπορούσε να ζωγραφιστεί, κάτι έπρεπε να φαίνεται ότι στηρίζει το σώμα. Η εικονογραφία λοιπόν δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.
Οι πόνοι του σταυρού ήταν φοβεροί. Η βεβιασμένη και μόνο στάση του σώματος, χωρίς τη δυνατότητα αλλαγής θέσης, συνεπαγόταν φρικτούς πόνους. Η ματωμένη και, από τις πληγές που προκάλεσε η μαστίγωση, ανοιχτή πλάτη, τα διάτρητα σε έκταση άκρα, η στενοχώρια των σπλάγχνων, η εναλλαγή φλόγωσης και κρύας εφίδρωσης, οι σπασμοί της ακινησίας, η ανωμαλία της κυκλοφορίας του αίματος επέτειναν τη δριμύτητα των πόνων. Τα καρφωμένα άκρα ήταν πιο ευαίσθητα, γιατί έφεραν το βάρος όλου του σώματος, το οποίο είχε συσπάσεις από το φρικτό πόνο. Ακολουθούσαν καρδιολογικές επιπλοκές. Ο ισχυρός πυρετός που εισέβαλλε και η δίψα που κατάκαιγε επαύξανε την οδύνη. Το σώμα μελάνιαζε, τα νεύρα και οι μύες εξείχαν συσπασμένοι, οι φλέβες διογκώνονταν τα μάτια φλογισμένα πρόβαλλαν εξογκωμένα. Συμφορήσεις του εγκεφάλου, των πνευμόνων και της καρδιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα σκέλη, μετά τους σπασμούς, τα καταλάμβανε ακαμψία, λόγω της αφύσικης θέσης του σώματος, η δύσπνοια μαρτυρούσε επιθανάτιο άγχος κι όμως ο θάνατος, ιδίως σε ισχυρές κράσεις, δεν ερχόταν γρήγορα. Στις περιπτώσεις αυτές ο θάνατος επισπευδόταν με τη σκελοκοπία (crurifragium), δηλαδή με θλάση των κνημών ή με πλήγματα κάτω από τις μασχάλες ή με διάτρηση του στήθους ή της πλευράς του σταυρωμένου με το δόρυ ή με στραγγαλισμό με τη χρήση σχοινιού ή με το κάψιμό του μαζί με το σταυρό. Αλλιώς ήταν δυνατό να παρατείνεται η ζωή για δυο και τρεις μέρες, παράταση που επέτεινε τη σκληρότητα της ποινής. Η κύρια αιτία επέλευσης του θανάτου ήταν η παρά φύση θέση του σώματος, η εξαιτίας αυτής διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, οι τρομεροί πόνοι στο κεφάλι, η εξασθένηση της καρδιάς και τέλος η ακαμψία των σκελών.

Διατυπώσεις μετά τη σταύρωση
Ο ρωμαϊκός νόμος «De bonis damnatotum» εκχωρούσε στο δήμιο και στους εκτελεστές της σταύρωσης τα ρούχα του σταυρωμένου. Η ταφή απαγορευόταν για τους σταυρωμένους. Την παρείχαν μόνο στους έντιμους ανθρώπους. Οι σταυρωμένοι έμεναν κρεμασμένοι μέχρι να αποσυντεθούν και πολλές φορές γίνονταν βορά των ορνέων. Για να εμποδίζονται οι συγγενείς στην προσπάθειά τους να παρατείνουν τη ζωή του θύματος, με την ελπίδα της απονομής χάρης και της αποδέσμευσης από το σταυρό, ενώ ακόμα ο κατάδικος ήταν ζωντανός, υπήρχε φρουρά στρατιωτών για τη φύλαξή του. Στην Παλαιστίνη επέτρεψαν την αποκαθήλωση του Ιησού από σεβασμό στην τοπική γιορτή των Ιουδαίων και στην ειδική σχετική διάταξη του νόμου τους (Δευτερονόμιο 12:13, Ιώσηπος ΙΙΙ, 4,5,2), σύμφωνα με την πολιτική της Ρώμης απέναντι στους υποτελείς λαούς.

Επίλογος
Το παιδί του Θεού που έχει δεχθεί με πίστη τη θυσία του Υιού Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, ευγνωμονεί με ακόμα μεγαλύτερη ζέση το Σωτήρα του, διαβάζοντας αυτό το μικρό πόνημα. Το μυαλό τρέχει σε εκείνες τις ατέλειωτες ώρες του μαρτυρίου, τότε που «αυτός τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας, η τιμωρία, που έφερε την ειρήνη μας, ήταν πάνω σ’ αυτόν και διαμέσου των πληγών του εμείς γιατρευτήκαμε» (Ησαΐας 53:5). Η καρδιά καταθέτει στα πόδια Του το αιώνιο «ευχαριστώ» της, καθώς πλέον «εξάλειψε το χειρόγραφο με τα διατάγματα που ήταν εναντίον μας, και το αφαίρεσε από το μέσον, καρφώνοντάς το επάνω στο σταυρό» (Κολοσ.2:14).

[1] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ. Αραπόπουλο.
[2] Μετάφραση από το εβραϊκό κείμενο, από τον Αθ. Χαστούπη.
[3] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ. Αραπόπουλο.

history-pages.blogspot.com
Η ποινή της σταύρωση ...
emo


Ο Ιούδας της ιστορίας και ο Ιούδας των αποκρύφων κειμένων
Ο Ιούδας βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα εξαιτίας ενός κοπτικού χειρογράφου ευαγγελίου του 3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνα που βρέθηκε πριν από τρεις δεκαετίες και τώρα βλέπει το φως της δημοσιότητας στις ξένες γλώσσες και στα ελληνικά. Ο τίτλος του είναι “Ευαγγέλιο του Ιούδα” και γράφηκε πρωτοτύπως στα ελληνικά, στο β΄ μισό του Β΄ αιώνα. Πρώτος το αναφέρει ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου (σημερινής Λιόν της Γαλλίας) στα τέλη του Β΄ αιώνα και αργότερα ο Τερτυλιανός, ο Επιφάνιος Σαλαμίνος της Κύπρου και ο Θεοδώρητος Κύρου. Οι εκκλησιαστικοί αυτοί συγγραφείς μας πληροφορούν ότι είναι ένα κείμενο που χρησιμοποιούν οι αιρετικοί Καϊνίτες ή Καϊανοί, στους οποίους αποδίδεται η συγγραφή του. Οι Καϊνίτες δέχονται ως ηγέτη τους τον αδελφοκτόνο Κάϊν ως ισχυρότερον του φονευθέντος Άβελ και τιμούν τον Ιούδα ως κάτοχο υψηλότερης γνώσης. Ανήκουν στο μεγάλο κίνημα του Γνωστικισμού.

Το Ευαγγέλιο του Ιούδα είναι ένα αιρετικό γνωστικό κείμενο που ούτε προσθέτει ούτε αφαιρεί κάτι από την πίστη της Εκκλησίας. Από επιστημονικής πλευράς είναι ενδιαφέρον ότι ένα ακόμη κείμενο προστίθεται στη Γνωστική βιβλιοθήκη που ήδη περιέχει αρκετά κείμενα. Το 1946 στο Nag Hammadi της Άνω Αιγύπτου βρέθηκε μια συλλογή 52 Κοπτικών Γνωστικών κειμένων που πλούτισαν τις γνώσεις μας για τον Γνωστικισμό. Η συλλογή έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση από το Ίδρυα “Άρτος της Ζωής” και φέρει τον τίτλο “Χριστιανικός Γνωστικισμός. Τα κοπτικά κείμενα του Nag Hammadi στην Αίγυπτο”, πρώτη έκδοση 1989. Βασικές διδασκαλίες του Γνωστικισμού, αυτού του μεγάλου ενδοχριστιανικού και παράλληλα συγκρητιστικού ρεύματος (για ορισμένους ερευνητές ήδη προ-χριστιανικού), είναι η διαρχία του ανθρώπου. Ένας θείος σπινθήρας, η ψυχή, έχει εγκλειστεί μέσα στο σώμα και αυτός ο σπινθήρας πρέπει να απεγκλωβιστεί και να λυτρωθεί από το σώμα. Αυτή η διαδικασία επιτυγχάνεται με τη γνώση, χωρίς να χρειάζεται άλλος σωτήρας. Ο Γνωστικισμός αγνοεί την ιστορία ή την μεταβάλλει χρησιμοποιώντας μύθους για να την εναρμονίσει με τις δικές του φιλοσοφικές ανθρωπολογικές αντιλήψεις. Συνεπώς δεν πρέπει να αναζητήσει κανείς ιστορικά στοιχεία στα γνωστικά κείμενα.

Στο συγκεκριμένο γνωστικό «ευαγγέλιο» του Ιούδα διατυπώνεται μια τελείως διαφορετική άποψη από αυτήν που γνωρίζουμε από τα εκκλησιαστικά κείμενα για τον Ιούδα, τον προδότη. Βέβαια, συμφωνεί το κείμενο αυτό με τα γνωστά μας Ευαγγέλια για το γεγονός της προδοσίας του Ιησού από τον Ιούδα, δέχεται όμως ότι είναι διαφορετικά τα κίνητρα για την προδοσία: Ο Ιούδας θεωρείται ο εξέχων μαθητής του Ιησού που καταλαβαίνει καλύτερα από τους άλλους μαθητές τον διδάσκαλο. Γι΄ αυτό και απευθύνεται σ΄αυτόν ο Ιησούς και του ζητά να τον απαλλάξει δια της προδοσίας και του θανάτου που θα ακολουθήσει από το υλικό στοιχείο, το σώμα του, ώστε να ελευθερωθεί το πνεύμα του και να επιστρέψει στον Θεό. “Αλλά εσύ, του λέγει, θα τους υπερβείς όλους αυτούς (ενν. τους μαθητές). Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει”.

Το πρόβλημα συνεπώς για το Γνωστικό αυτό κείμενο δεν είναι η σωτηρία της ανθρωπότητας αλλά η σωτηρία του Ιησού από το σώμα του (!) – μια σαφώς Γνωστική τοποθέτηση.

Το Γνωστικό απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ιούδα, όπως άλλωστε και όλα τα απόκρυφα και ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια (δηλαδή που αποδίδονται σε κάποιο γνωστό από την ιστορία του Ιησού πρόσωπο χωρίς στην πραγματικότητα να προέρχεται από αυτό), διαφέρουν ουσιαστικά από τα τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, τα “κανονικά” όπως λέγονται στην τεχνική επιστημονική ορολογία, – “κανονικά”, διότι αποτελούν μέρος του “κανόνα”, του σώματος των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Πιο συγκεκριμένα, οι διαφορές αυτές είναι οι ακόλουθες:

1. Τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια έχουν βέβαια το καθένα από αυτά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και τις ιδιαίτερα τονιζόμενες θεολογικές ιδέες του συγγραφέα του, στο σύνολο τους όμως απηχούν και τα τέσσερα την πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπο του Χριστού. Είναι με άλλα λόγια έργα της Εκκλησίας στην οποία και ανήκουν και στις λατρευτικές της συνάξεις διαβάζονται. Τα Απόκρυφα, αντίθετα, είναι ατομικά έργα μη αναγνωρισμένα από το σύνολο του σώματος της Εκκλησίας, έστω κι αν επικράτησαν σε ορισμένες ομάδες και διαβάστηκαν για κάποια μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

2. Ενώ στα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης το πρόσωπο της Παναγίας μνημονεύεται πάντα σε σχέση και αναφορά με το κεντρικό πρόσωπο της Καινής Διαθήκης που είναι ο Ιησούς Χριστός, και σε καμιά περίπτωση αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το μυστήριο της ενσάρκωσης του Υιού του Θεού και της σωτηριολογικής τους σημασίας, στα Απόκρυφα Ευαγγέλια παρέχονται πληροφορίες για τη ζωή της Παναγίας, όχι κατ’ ανάγκη σε σχέση με τον Υιό της. Έτσι, τα κείμενα αυτά διηγούνται την αγγελία της σύλληψης της από την Άννα τη μητέρα της, τη γέννηση, τα πρώτα της παιδικά χρόνια, την αφιέρωσή της στο Ναό, τον Ευαγγελισμό της, τη γέννηση του Χριστού, τα θαύματά της, την κοίμηση και μετάστασή της. Προφανώς οι άγνωστοι συγγραφείς αυτών των κειμένων θεωρούν λίγες τις πληροφορίες των Ευαγγελίων και, αντλώντας προφανώς από προφορικές παραδόσεις, όταν δεν στηρίζονται εξολοκλήρου στη φαντασία τους, ΄΄συμπληρώνουν΄΄ την εικόνα της Παναγίας.

3. Οι διηγήσεις των Ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης διακρίνονται για τη λιτότητά τους και έχουν ένα δωρικό χαρακτήρα. Οι διηγήσεις των Αποκρύφων δεν αρκούνται σε απλές αναφορές ή εξιστορήσεις, κυρίως αποσκοπούν στο να πείσουν τον αναγνώστη, δίδοντας πιο εντυπωσιακές διαστάσεις στα πρόσωπα και στα γεγονότα και καταφεύγοντας σε λυρικές εξάρσεις. Θέλουν να πείσουν, με κάθε τρόπο και με στόχο κυρίως απολογητικό, για την υπερφυσική διάσταση των γεγονότων.

4. Το θεϊκό σχέδιο για τη σωτηρία του κόσμου, ή καλύτερα το μυστήριο της θείας Οικονομίας, αποτελεί τον πυρήνα και το στόχο των Ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης, με τις ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές συνέπειες αυτού του μυστηρίου. Η ιστορία, πραγματική ή φανταστική, και ο εντυπωσιασμός συνιστούν το στόχο των Αποκρύφων. Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι τα κείμενα αυτά, τα απόκρυφα, συγκρινόμενα προς τα Καινοδιαθηκικά, υπολείπονται σαφώς από πλευράς θεολογικής εμβάθυνσης στην ιστορία της θείας Οικονομίας, καθώς και από πλευράς ιστορικών στοιχείων, πνευματικού πλούτου και ηθικού βάθους. ΄Εθρεψαν όμως πολλές γενιές πιστών και ενέπνευσαν υμνογράφους και αγιογράφους της Εκκλησίας.
www.discussion.gr
To ευαγγέλιο του Ιού ...
Κατηγορία: Θεολογία
emo


Για βγάλε το υποδεκάμετρο από το συρτάρι και πάμε να δούμε τι παίζει επιτέλους με τα μεγέθη...

Το μέγεθος του «γιαννούκου» σε απασχολεί από τα μικράτα σου! Από τις πρώτες... επαφές, τις πρώτες συζητήσεις με την παλιοπαρέα, ένα ήταν το καυτό θέμα: πόσο την έχεις; Μετά ήρθε η παραφιλολογία, το lifestyle, οι μύθοι, τα «σκοτεινά» δεδομένα και φυσικά το πορνό για να περιπλέξουν τα πράγματα ακόμα περισσότερο...

Το delamagen θα σου ξεκαθαρίσει σήμερα μια και καλή το τοπίο για να μην ξανασχοληθείς με το επίπονο αυτό ζήτημα ποτέ! Και φυσικά θα ζητήσουμε τη συνδρομή της επιστήμης, που ξέρει πώς να καταρρίπτει τους μύθους.

Ο Οργανισμός Υγείας της Γαλλίας (National Academy of Surgery) λοιπόν, στην προσπάθειά του να ανακουφίσει τα αισθήματα των αντρών για το μέγεθος και την ενδεχόμενη... ανεπάρκεια, διεξήγαγε μια μεγάλη έρευνα για το φυσιολογικό μέγεθος του αντρικού μορίου. Να τα πολύτιμα δεδομένα:

Το μέσο μέγεθος του πέους κυμαίνεται από 9-9,5 εκατοστά σε χαλαρή κατάσταση και από 12,8-14 εκατοστά σε στύση.

Οτιδήποτε μεγαλύτερο απ' αυτό και μπορείς άνετα να γίνεις ντουμπλέρ του πορνοστάρ Ron Jeremy! Χαλάρωσε λοιπόν, ανάπνευσε βαθιά και πήγαινε να το πεις σε όλους...
Το μέγεθος του πέους ...
Κατηγορία: 'Aντρας - Γυναίκα
emo


Η προέλευση και η χρήση του παγκοσμίως γνωστού ποτού θα σε αφήσουν άφωνο...

Η προέλευση της βότκα είναι κάθε άλλο παρά σαφής! Οι Πολωνοί επιδεικνύουν τις πρώτες αναφορές στη βότκα από επίσημα έγγραφα που χρονολογούνται από το 1405, ενώ οι Ρώσοι προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για αποσαφήνιση και έφυγαν δικαιωμένοι. Η χρονολογία βέβαια των γεγονότων είναι αμφιλεγόμενη, μιας και τα συστατικά ή ο αρχικός σκοπός του ποτού παραμένουν θολά ακόμα και στα έγγραφα που υπάρχουν. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η βότκα χρησιμοποιούταν αρχικά ως λοσιόν μετά το ξύρισμα ή ως στοματικό διάλυμα...

Όπως συνέβη και με άλλα αποστάγματα, η βότκα αρχικά δεν πινόταν για ευχαρίστηση. Στο πρώτο τυπ